Βαθύ κράτος στο ελληνοκυπριακό σχολείο

του Κωστή Αχνιώτη

To Σεπτέμβριο του 2008 το ελληνοκυπριακό σχολείο έθεσε για πρώτη φορά ως κεντρικό (ή πρώτο) στόχο του σχολικού έτους την καλλιέργεια κουλτούρας ειρήνης και συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους. Όταν με ευχαρίστηση κοινοποιήσαμε το γεγονός σε συναδέλφους του εξωτερικού, με τους οποίους είχαμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε σε διάφορα συνέδρια, πήραμε, όπως άλλωστε αναμέναμε, θετικά σχόλια. Μερικές φορές όμως μαζί με τη θετική αντιμετώπιση είχαμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα βλέμμα έκπληξης με μια παρατήρηση: “μα είχαμε την εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις σας ζητούν ειρηνική λύση του Κυπριακού και συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους από… πάντα. Στο σχολείο σας τι κάνατε όλα αυτά τα χρόνια;” Τι κάναμε στο σχολείο μας λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια; Ήμασταν αδιάφοροι στο ζήτημα της ειρήνης; Μας απασχολούσε λίγο ή πολύ; Μήπως βλέπαμε το θέμα της ειρήνης χωρίς να το συνδέουμε με τους Τουρκοκύπριους; Θέταμε σίγουρα το θέμα της απελευθέρωσης και της μνήμης κατεχομένων. Το θέταμε με τρόπο ο οποίος οδηγούσε (οδηγεί) στη συνύπαρξη ή το αντίθετο. Μήπως τελικά το ελληνοκυπριακό σχολείο καλλιεργούσε και καλλιεργεί την ειρήνη, ή το μίσος; Μήπως άραγε είναι πολύ λίγοι οι εκπαιδευτικοί και μαθητές που θεωρούν τους Έλληνες ανώτερη φυλή και τους Τούρκους βάρβαρους; Θα ήταν ανακρίβεια να μη δώσουμε τη σημασία που αναλογεί στην εργασία που άρχισε τα αμέσως προηγούμενα χρόνια αναφορικά με την προώθηση του πολυπολιτισμικού σχολείου. Παρόλο που δεν φαίνεται να απέδωσε αρκετά, έτσι ώστε να περιοριστούν τα κρούσματα ρατσιστικής βίας και τα φαινόμενα αποκλεισμού στα σχολεία, έθεσε το θέμα επίσημα και οι εκπαιδευτικοί που αντιλαμβάνονται τη σημασία του προσπάθησαν να το ενσωματώσουν στη δουλειά τους και να του δώσουν μεγαλύτερη σημασία από πριν. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν του πολυπολιτισμικού σχολείου και της ανοχής στη διαφορετικότητα, ένας αριθμός εκπαιδευτικών έθεσε και το θέμα της επαναπροσέγγισης και έγιναν μερικές πρώτες επαφές μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών από τις δύο κοινότητες. Αμέσως φάνηκαν οι πρώτες αντιστάσεις του εθνικιστικού κατεστημένου. Για παράδειγμα, σε λύκειο της Λευκωσίας ένας διευθυντής αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο σε ένα Τουρκοκύπριο συνάδελφο που είχε προσκληθεί από συναδέλφους. Η επίσκεψη έγινε δυνατή μετά από προσωπική παρέμβαση του τότε υπουργού της Παιδείας Πεύκιου Γεωργιάδη. Ο διευθυντής κλείστηκε στο γραφείο του κι αρνήθηκε να υποδεχθεί τον Τουρκοκύπριο. Παρ ’όλα αυτά, σε αριθμό σχολείων του δημοσίου έγιναν μερικές δικοινοτικές δράσεις που άνοιξαν το δρόμο και παραμένουν παραδειγματικές (δείτε περισσότερες λεπτομέρειες στα «Καλέμια» της χρονιάς, στην ιστοσελίδα www.plaformaenomenikipros.blogspot.com).

Η κουλτούρα της ειρήνης στο ελληνοκυπριακό σχολείο

Αναφορικά με τον προσεγγιστικό ή επαναπροσεγγιστικό στόχο της περασμένης σχολικής χρονιάς, το πρώτο θετικό σχόλιο αφορά πρώτα από όλα το γεγονός ότι απλά ο στόχος ετέθη και ετέθη καθαρά. Σημαίνει ότι η Παιδεία αυτής της κοινότητας πρέπει να ετοιμάζει τα παιδιά της για να ζήσουν ειρηνικά με τους Τουρκοκύπριους αυτής της χώρας ή αλλιώς, η όποια λύση του Κυπριακού θα περιλαμβάνει την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνοκυπρίων με τους Τουρκοκύπριους. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μέσης και δημοτικής και τα περισσότερα στελέχη του υπουργείου της Παιδείας στάθηκαν αποφασιστικά εναντίον του στόχου. Οι περισσότεροι συνάδελφοι στήριξαν ή αποδέχτηκαν σιωπηλά τη θέση των συντεχνιών. Πιθανά συμπεράσματα: οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ήταν ειλικρινείς στις πολιτικές επίλυσης που φαίνονταν να προωθούν και άλλα έκανε το υπουργείο των Εξωτερικών και άλλα της Παιδείας, ή (και) οι κυβερνήσεις αυτές ποτέ δεν κυβέρνησαν το υπουργείο της Παιδείας. Έτσι η μεγάλη αξία της υιοθέτησης και μόνο του στόχου είναι ότι έδειξε πόσο μακριά είναι όλα αυτά τα χρόνια το ελληνοκυπριακό σχολείο από την υπόθεση της ειρήνης και της επανένωσης της χώρας μας, αλλά και πόσο μακριά είναι από το ευρωπαϊκό πολυπολιτισμικό σχολείο. Ωστόσο, όση αντίδραση και να συνάντησε και θα συναντήσει ο στόχος, το ελληνοκυπριακό σχολείο δύσκολα πια μπορεί να γυρίσει πίσω. Με αφετηρία όσα αναφέραμε πιο πάνω, όση δουλειά και να έγινε στα σχολεία την περασμένη χρονιά είναι ήδη πολλή συγκριτικά με το παρελθόν και ανοίγει το δρόμο για το μέλλον. Όμως όση και να έγινε είναι λίγη για τις ανάγκες της επανένωσης της χώρας και του κόσμου της, είναι και λίγη για την αντιμετώπιση του ρατσισμού που φαίνεται να συνοδεύει την αύξηση της εθνικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας του μαθητικού πληθυσμού. Εμπειρικά, διότι δεν υπάρχει επίσημη αξιολόγηση, μπορούμε από την πληροφόρηση που διαθέτουμε να πούμε ότι τα σχολεία που κατάφεραν να προωθήσουν ικανοποιητικά το στόχο της πολυπολιτισμικότητας και της ανοχής τα προηγούμενα χρόνια, αντιμετώπισαν πιο αποτελεσματικά και το στόχο της επαναπροσέγγισης. Για παράδειγμα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλα, αναφέρουμε το Δημοτικό και Γυμνάσιο Αγίου Αντωνίου στη Λεμεσό, το Δημοτικό και Γυμνάσιο Φανερωμένης, το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου και την Τεχνική Σχολή Αυγόρου. Στα περισσότερα από αυτά τα σχολεία υπάρχουν ειδικοί λόγοι που κάνουν τους νέους στόχους πιο επείγοντες (στα δύο πρώτα είναι η σύσταση τους, δηλαδή η μεγάλη παρουσία μη Ελληνοκυπρίων μαθητών και μαθητριών). Ταυτόχρονα όμως παρατηρήθηκε ότι οι διευθύνσεις των σχολείων ανέλαβαν καθαρή ευθύνη και ο καθηγητικός σύλλογος ή σημαντικό μέρος του στήριξε την προσπάθεια έτσι ώστε οι στόχοι να είναι διάχυτοι στη ζωή του σχολείου και να τείνουν να προαγάγουν το νέο πνεύμα στο σχολείο. Λίγες δεκάδες άλλων σχολείων επέλεξαν να κάνουν μια δυο δραστηριότητες προς εξυπηρέτηση του στόχου, οι οποίες λειτούργησαν ως παράδειγμα για το μέλλον και περισσότερο για να «δηλώσουν» το στόχο παρά για να τον υλοποιήσουν. Συνήθως επρόκειτο για δραστηριότητα κάποιου ομίλου που αφορούσε συναντήσεις με Τουρκοκύπριους εκπαιδευτικούς ή μαθητές, λογοτέχνες, μουσικούς κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις οι μαθητές ζήτησαν πιο πολλή και πιο ειλικρινή δουλειά από τους καθηγητές τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους εργάστηκαν κάτω από το βάρος των περιστάσεων πολύ «προσεκτικά». Οι δραστηριότητες αυτές είδαν σε ορισμένες περιπτώσεις το φως της δημοσιότητας μέσω των εφημερίδων. Σε μερικές περιπτώσεις τα ετήσια περιοδικά των σχολείων κάλυψαν τις δραστηριότητες τους για τον πρώτο στόχο (για αρκετές από αυτές υπάρχουν αναφορές στα διάφορα τεύχη του «Καλεμιού»). Αν όλες αυτές οι σκόρπιες δραστηριότητες παρουσιάζονταν σ’ ένα παγκύπριο συνέδριο ή σε ένα έντυπο, το εύρος τους θα φαινόταν πιο καλά. Παρά το γεγονός ότι είναι πολύ λίγες για να καλύψουν το κενό που αφήνουν πίσω τους δεκαετίες, είναι μια πρώτη σοδειά.

Τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια στα σχολεία μας;

Είναι όμως αρκετό να μιλούμε για κενό δεκαετιών; Μήπως πρέπει να μιλούμε για ευθύνες και συμμετοχή στη δημιουργία του διχασμού των κοινοτήτων και στην καλλιέργεια διχοτομικής συνείδησης; Δηλαδή μήπως, όχι μόνο ξεχάσαμε να διδάσκουμε ορισμένα πράγματα, αλλά επιπλέον διδάσκουμε άλλα που δεν οδηγούν ούτε στη συνύπαρξη ούτε στον αλληλοσεβασμό; Η οδηγία της ηγεσίας της ΠΟΕΔ προς τα μέλη της να μη δέχονται Τουρκοκύπριους μαθητές ή εκπαιδευτικούς ως επισκέπτες, διότι εκτιμά ότι πιθανόν να υπάρξουν ψυχολογικές εντάσεις σε μαθητές και γονείς, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του τρόπου σκέψης που επικρατεί μέσα στον εκπαιδευτικό κόσμο. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια ομολογία ολκής. Παραδέχονται οι ηγέτες των δασκάλων ότι δεν ετοιμάζουν τους μαθητές τους να δέχονται τη συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους και ομολογούν μάλιστα και αδυναμία ή έλλειψη βούλησης να το πράξουν. Ομολογούν επίσης (αφού στην ίδια οδηγία τονίζουν ότι η δουλειά για τη μνήμη κατεχομένων πρέπει να συνεχιστεί όπως και πριν) ότι βλέπουν τον ένα στόχο να είναι ασύμβατος τουλάχιστον σε ένα βαθμό με τον άλλο. Να λοιπόν ένα στοιχείο τουλάχιστον για το ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω «τι κάναμε τόσα χρόνια στο σχολείο μας;». Αν μιλούσαμε για άλλη χώρα, θα μπορούσαμε να μιλούμε για συντηρητική ή ρατσιστική αντίληψη «μόνο». Στην περίπτωση της χώρας μας όμως θα πρέπει επιπλέον να μιλούμε τουλάχιστον για συντήρηση του διχοτομικού στάτους κβο. Χαρακτηρίσαμε πιο πάνω καθεστηκυία τάξη στην Παιδεία τις ηγεσίες των συντεχνιών των εκπαιδευτικών. Είναι ασφαλώς μια θέση για την οποία πρέπει να δώσουμε εξηγήσεις. Η θεωρητική θέση είναι ότι ο εργοδότης έχει την κακή θέση και οι συντεχνίες ανθίστανται στην κακή εργοδοσία ή και προσπαθούν να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας και το σχολείο. Ο κακός εργοδότης πρέπει να είναι το υπουργείο και η κυβέρνηση. Για να δούμε όμως τι συμβαίνει στο θέμα του εθνικισμού και σε αρκετές πτυχές του εκσυγχρονισμού της Παιδείας.

1)Ένα γενικό πρόβλημα που αφορά στη δυνατότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει την πολιτική της σχετίζεται με το γεγονός ότι στα υπουργεία δεν υπάρχουν αρκετοί πολιτικοί συνεργάτες των υπουργών οι οποίοι να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τη πολιτική προς τα κάτω. Επειδή μάλιστα για πολλές δεκαετίες δεν συνέβαιναν πολλές αλλαγές, ο κρατικός μηχανισμός διαδραμάτιζε και διαδραματίζει ένα ρόλο μόνιμης πολιτικής εξουσίας που φιλτράρει κατά το δοκούν την κυβερνητική πολιτική. Ιδιαίτερα υπάρχουν επιπλέον και φατρίες που σχηματίστηκαν την εποχή που τα όρια του παράνομου και του νόμιμου μέσα στον ίδιο τον κυβερνητικό μηχανισμό δεν ήταν σαφή («γιωρκατζικοί», διαπλεκόμενες ομάδες αστυνομικών και υποκόσμου).

2)Το συγκεκριμένο υπουργείο της Παιδείας ήταν ο βασικός μηχανισμός προώθησης της Μεγάλης Ιδέας. Επειδή αυτό το πράγμα δε θεωρήθηκε ποτέ λανθασμένη επιλογή, διατηρήθηκε κι ακόμα πολλές φορές το σχολείο, ιδίως στις γιορτές και το άτυπο αναλυτικό, αναλόγως και των διευθύνσεων και του προσωπικού, ουσιαστικά συντηρεί τις ενωτικές τάσεις μέσα στη νεολαία. Πάνω στην Ένωση και τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη φυσικά στήθηκε και ο μηχανισμός (ή τα καπετανάτα, όπως τα αποκάλεσαν κάποιοι αναλυτές) που περιγράψαμε πιο πάνω. Όλα τα άλλα προσετέθησαν σιγά σιγά: Ανεξαρτησία, ύστερα αντικατοχικός αγώνας, ύστερα ειρηνική λύση, ύστερα ομοσπονδία, ύστερα Ευρωπαϊκή Ένωση και κουλτούρα ενεργού πολίτη, ύστερα πολυπολιτισμός, ανοχή και κριτικό πνεύμα και τέλος, ειρηνική συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους. Το ίδιο το σχολείο “ξηλώνει” τη μια μέρα ό,τι έκανε την άλλη. Κανένα σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά πάνω στη βάση μιας αλλοπρόσαλλης στοχοθεσίας. Διερωτόμαστε αν υπάρχει άλλη περίπτωση σχολείου στο πλανήτη που να μοιάζει με το ελληνοκυπριακό.

3)Φυσικά η ανικανότητα κριτικής απόρριψης και ο εκσυγχρονισμός των στόχων (σκοπών) είναι αδυναμία του πολιτικού συστήματος, το οποίο τελικά μπορεί μόνο να προσθέτει, όταν πλέον είναι επιβεβλημένο από διάφορους παράγοντες, εξωγενείς πολλές φορές, χωρίς να αλλάξει τους προηγούμενους (στόχους). Στην πράξη αυτό που συμβαίνει είναι ότι μερικές δεκάδες άτομα, που είναι ταυτόχρονα στελέχη των κομμάτων και της Παιδείας και του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού, παράγουν τις νέες νομοθεσίες αποφεύγοντας υποχρεωτικά να χρεώσουν λάθος πολιτικές στον εαυτό τους και πάντα συντηρώντας τα συμφέροντά τους.

4)Σημαντικό κομμάτι του παζλ είναι η εκκλησία. Για πρώτη φορά έχουμε ένα υπουργό της Παιδείας ο οποίος είναι εκεί χωρίς να ρωτηθεί η εκκλησία. Είναι ένα βήμα προόδου, όμως η εκκλησία είναι πανταχού παρούσα στο σχολείο και στο υπουργείο σε όλα τα επίπεδα, με πολλούς τρόπους και ασφαλώς και στα κόμματα. Εύκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί κάτω από ποιες συνθήκες επιχειρείται η μεταρρύθμιση. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες μποϋκοτάρουν όσο μπορούν τη διαδικασία της μεταρρύθμισης σε αγαστή συνεργασία με τους μηχανισμούς ελέγχου και χειραγώγησης που περιγράψαμε πιο πάνω. Οι «λελογισμένες» αντιπαραθέσεις συντεχνιών και υπουργείου δεν αφορούν κατά κανόνα τον εκσυγχρονισμό. Αν κοιτάξει όμως κάποιος και τα καθαρά συντεχνιακά αιτήματα θα δει ότι και εκεί η μερίδα του λέοντος πάει στα ψηλά στελέχη.

Η σύνθεση των σημείων που αναφέραμε πιο πάνω, μέσα στην αντιφατικότητα της, παράγει ένα σύστημα δύσκαμπτο μέσα στο οποίο οι όποιες μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να αποκτήσουν βάθος και να ενσωματωθούν στη ζωή του σχολείου. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς όχι μόνο τα ζητήματα που τίθενται, αλλά και τα ζητήματα που δεν τίθενται από κανένα. Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώσει κανένας ότι ακόμα και τώρα το σχολείο ζητά να μάθει και καταγράφει τα θρησκευτικά πιστεύω των μαθητών του. Μέχρι πρόσφατα και των καθηγητών του. Σε πολλά σχολεία εξακολουθούν να το κάνουν. Ο όρκος στη σημαία είναι ένας φυλετικός όρκος, αλλά κανένας δεν ζητά την απόσυρσή του. Η εικόνα θρησκευτικού σχολείου αποτελεί σοκ για τον ευρωπαϊκό χώρο (με τα εικονίσματα, τις συλλογικές προσευχές, τα ονόματα των σχολείων). Στις Τεχνικές Σχολές ο πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου πρέπει να προέρχεται από το θεωρητικό τμήμα (με το πρόσχημα ότι οι του πρακτικού απουσιάζουν τις Παρασκευές στην πρακτική τους εξάσκηση). Σ' ένα σχολείο το οποίο θέλει δήθεν να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, ποτέ κανείς δεν έκανε μια κριτική σκέψη για την ΕΟΚΑ. Εκτός από τα παιδιά που επιλέγουν στο λύκειο βιολογία, οι μαθητές γνωρίζουν τίποτε για το Δαρβίνο; Πέρυσι για όλες τις χώρες, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης, είχαμε το έτος Δαρβίνου. Το σχολείο μας δεν το πήρε πρέφα. Και υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα σιωπής. Θεωρητικά οι καθηγητικοί σύλλογοι είναι το ανώτερο όργανο λήψης αποφάσεων μέσα φυσικά στα πλαίσια του νόμου. Έγιναν και γίνονται αμέτρητες συνεδριάσεις. Πότε μια οποιαδήποτε συνεδρία αμφισβήτησε μια φορά το παραδοσιακό σχολείο, το αυταρχικό σχολείο, το σχολείο της απόκρυψης της ιστορικής αλήθειας; Αν προκύψουν μερικές φορές αντιπαραθέσεις με το υπουργείο αφορούν συνήθως στον προβιβασμό ή όχι κάποιου μαθητή (με το σύλλογο στην αγωνιστική θέση του “όχι”), ή στο μέγεθος κάποιας τιμωρίας (με το σύλλογο στην αγωνιστική και πάλι θέση του “πιο πολλά”). Με βάση όσα ανέφερα πιο πάνω, έχω την εντύπωση ότι στην περίπτωση του ελληνοκυπριακού σχολείου δεν μπορούμε απλά να μιλούμε για ένα σύστημα στο οποίο απλώς κυριαρχεί ένα είδος συντηρητικού κατεστημένου. Πρόκειται για ένα σύστημα εξουσίας στο οποίο συμμετέχουν, άτυπα μεν αποφασιστικά δε, μηχανισμοί και έξω από τους θεσμούς της Παιδείας και εκτός κομμάτων, όπως η εκκλησία και ομάδες επιγόνων της ΕΟΚΑ που κατέχουν θέσεις κλειδιά ή επηρεάζουν. Έτσι, χωρίς καθόλου να υπονοώ ότι υπάρχει κάποιου είδους στρατιωτικό παρακράτος, νομίζω ότι θα πρέπει να μιλούμε για ένα είδος βαθιού κράτους στην ελληνοκυπριακή Παιδεία ή ένα κράτος μέσα στο κράτος, που λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα με βάση τους δικούς του κανόνες και συμφέροντα. Αυτό το βαθύ κράτος έχει την καταγωγή του στις αρχές της δεκαετίας του '60 και στο πέρασμα από τα καπετανάτα της ΕΟΚΑ στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα του επίσημου κράτους. Στήριξε την ανάπτυξη του ολόκληρη τη δεκαετία του '60 στη δυνατότητα του να επιλέγει με καθαρά ιδεολογικά κριτήρια τους λειτουργούς του, γεγονός που μέχρι και σήμερα, παρά τη σταδιακή αποδυνάμωσή του λόγω μιας πορείας σχετικού εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, του επιτρέπει ακόμα να έχει το επάνω χέρι. Κατάφερε να επιβάλει τον εθνικισμό και τη θρησκευτική Παιδεία ως δήθεν μη πολιτικές επιλογές, αναγκαίες για τη σωτηρία του έθνους και φυσικά του εαυτού του, αλλά το πιο σημαντικό κατάφερε να δημιουργήσει μια κουλτούρα σιωπής σε όσους σκέφτονται διαφορετικά.

Σεπτέμβριος 2009, Το Καλέμι, Έντυπο της Πλατφόρμας Ε/κ και Τ/κ Εκπαιδευτικών «Ενωμένη Κύπρος» [ε/κ τμήμα]