Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

EN, GR, TR

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Αρμένηες, Μαρωνίτες, ξένοι τζ̆αι ντόπιοι, που κατοικούμεν τζ̆αι αγαπούμεν τούτον τον τόπον, δηλώννουμεν ότι δεν θέλουμεν να ενωθεί με κανέναν κράτος, ούτε να μείνει μoιρασμένος. Καλούμεν τα ελληνοκυπριακά τζ̆αι τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα που στηρίζουν την λύση να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να το κάμουν γνωστόν τζ̆αι ξεκάθαρον προς τους ξένους τζ̆αι προς τους Κυπραίους ούλλους, ότι τούτον εν η πεποίθηση αλλά τζ̆αι ο στρατηγικός στόχος της πλειοψηφίας του λαού. Είναι η κυριόττερη σύγκλιση για την ασφάλειαν που χρειαζούμαστιν σήμμερα για να ξεπεραστεί το αδιέξοδον, να γνωρίζει τζ̆αι να εμπιστεύεται η μια κοινότητα τους πραγματικούς στόχους της άλλης. Καλούμεν τες πολιτικές δυνάμεις να στηρίξουν την προσπάθειαν των ηγετών για λύσην, δείχνοντας τους έμπρακτα το πολιτικόν υπόβαθρον πάνω στο οποίον θα χτιστεί η ομοσπονδία.

  2. Εμάς που υπογράφουμεν την δήλωσην τούτην, δεν επηρεάζεται η σκέψη μας που γόητρα παλιών πολέμων. Δρούμεν μαζίν ορθολογικά για την ειρήνην τζ̆αι το κοινόν μας μέλλον. Καλούμεν τους ηγέτες να απελευθερωθούν που τα όποια γόητρα τζ̆αι να επικεντρωθούν στην δουλειάν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Καλούμεν τους να σταματήσουν να σπαταλούν ενέργειαν να ρίξει ο ένας τον άλλον που το γόητρον του τζ̆αι να χάννουν τον χρόνον ποιού εν τα φταισίματα, Ο κόσμος χρειάζεται να του δείξουν στην πράξην πως θα λειτουργήσει αρμονικά η αυριανή μας ομοσπονδία.

  3. Εμείς μελετούμεν τα γεγονότα για να δημιουργήσουμεν άποψην για το παρελθόν τζ̆αι να εμπνευστούμεν για έναν όμορφον τζ̆αι ειρηνικόν μέλλον. Οι ηγέτες να καλέσουν τους θεσμούς παιδείας των θκυ̮ο κοινοτήτων  να δηλώσουν ότι εν προσηλωμένοι σε μιαν εκπαίδευσην που σέβεται την ιστορίαν σαν επιστήμην τζ̆αι όχι πολιτικόν εργαλείον, τζ̆αι που σέβεται τους μαθητές σαν αθρώπους ελεύθερους, να έχουν δικήν τους κρίσην για τα γενονότα.

  4. Καλούμεν τα κόμματα που λαλούν ότι θέλουν λύσην να δηλώσουν ότι απέχουν που οποιανδήποτε προεκλογικήν δραστηριότηταν μέχρι τζ̆αι 4 μήνες πριν τες εκλογές για να δώσουν χώρον τζ̆αι χρόνον στους ηγέτες να καταλήξει η τρέχουσα προσπάθεια τους, ή να προχωρήσει σε σημείον μη επιστροφής, έτσι που να την συνεχίσει όποιος τζ̆αι να εκλεγεί αν δεν προλάβουν. Καλούμεν τους ηγέτες να προσηλωθούν πάνω στα σημαντικά προβλήματα για να έχουμεν σύντομα τες τελικές συγκλίσεις που θα ορίσουν την λύσην. Επιθυμούμεν οι επόμενες εκλογές να είναι ομοσπονδιακές τζ̆αι να ψηφίσουμεν ούλλοι οι Κυπραίοι τους άρχοντες πον να εφαρμόσουν την λύσην τζ̆αι θα θεμελιώσουν την ομοσπονδιακήν ειρήνην στον τόπον.

  5. Προσκαλούμεν τα κόμματα, τες οργανώσεις, τους ενεργούς πολίτες να αναλάβουν πρωτοβουλίες ενημέρωσης του λαού. Όπως φτάννουμεν στα δύσκολα με το θέμαν της ασφάλειας, να οργανωθούν δικοινοτικές συγκεντρώσεις όπου ΤΚ πολιτικοί της λύσης να εκθέσουν στο ελληνοκυπριακόν ακροατήριον την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΤΚ για την ασφάλειαν τζ̆αι  ΕΚ πολιτικοί της λύσης, να εξηγήσουν σε τουρκοκυπριακά ακροατήρια την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΕΚ. Καλούμεν πρωτοποριακές οργανώσεις της κοινωνίας, πολιτιστικές οργανώσεις, συνδέσμους καλιτεχνών, επαγγελματιών, να τολμήσουν να κάμουν το βήμαν για την πιο ειρηνικήν ένωσην, δημιουργώντας δικοινοτικές ομοσπονδίες, διόντας στες οργανώσεις τζ̆αινούρκαν δυνάμικήν απευθυνόμενοι σε ούλλους τους Κυπραίους.

  6. Η σημμερινή κρίση δείχνει ότι τα αδιέξοδα μας στην Κύπρον δεν μπορούν να ξεπεραστούν ούτε με επιβολήν της άποψης μιας αριθμητικής πλειοψηφίας που μιαν κοινότηταν πα στην άλλην, ούτε με το βέτο μιας μειοψηφίας που μπλοκκάρει, ούτε με την προσφυγήν στην βίαν από τρίτα κράτη που διαθέτουν στρατιωτικήν ισχύν, ούτε με τον αποκλεισμόν ή με αποχώρησην της μιας κοινότητας που τες πολιτικές αποφάσεις. Καλούμεν τους ηγέτες να γινούν πιο σοφοί τζ̆αι πολιτικά πιο δυνατοί που τα διδάγματα της κρίσης.

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Kıbrıslı Rumlar, Kıbrıslı Türkler, Kıbrıslı Ermeniler ve Kıbrıslı Maronitler, yabancılar ve bu topraklarda yaşamayı seven yerliler olarak bizler, başka herhangi bir devletle birleşmek ya da bölünmüş bir şekilde yaşamak istemiyoruz. Çözümü destekleyen Kıbrıslı Rum ve Kıbrıslı Türk siyasi partilerine inisiyatif almaları ve Kıbrıs’ta ya da dışında yaşayan herkesi bunun halkın çoğunluğunun stratejik amacı olduğu noktasında bilgilendirmelerini istiyoruz. Günümüz çıkmazını aşmamızın tek yolu her iki toplumun da birbirlerinin gerçek hedeflerini bilmeleri ve güvenmelerinden gelir. Siyasi güçleri liderlerin, Federasyonun inşa edileceği siyasi bağlamda gerçek ve belirgin bir yol çizerek çözüme ulaşma çabalarının yanında durmaya çağırıyoruz.

  2. İmzası bulunan bizler, düşüncelerimizin eski savaşlarından etkilenmesine izin vermiyoruz. Birlikte ve mantıklı bir şekilde barış ve ortak geleceği hedefliyoruz. Liderleri, gururlarını bir kenara bırakıp halihazırda bulunan zorlukları aşmaları için gerekli çözümlere odaklanmaya çağırıyoruz. Birbirlerini aşağılamaya ve suçlamaya enerji harcamamalarını talep ediyoruz. Halk, liderlerden gelecekteki federasyonun nasıl çalışacağını göstermesini istiyor.

3.Tarihin gerçeklerini öğrenerek geçmişe dair bakış açıları yaratmak ve birlikte güzel ve barışçıl bir gelecek kurmak istiyoruz. Liderler her iki toplumun eğitim kurumlarına seslenip, temel eğitim prensiplerini örnek alarak, tarihi bir siyasi bir araç olarak değil, bir bilim dalı olarak görmelerini ve öğrencilere kendi yargılarını şekillendirebilecek özgür bireyler olarak saygı göstermeleri gerektiğini belirtmelidir.

  1. Kendilerini çözüm yanlısı ilan eden partilere, liderlere şu anki çabalarını tamamlamak için bolca zaman verme, ya da geri dönülmeycek noktayı aşmak için yeterli zaman yoksa, çabaların bir sonraki seçilen kişi tarafından devam etmesini sağlamak için seçimlerden 4 ay öncesine kadar hiçbir seçim hareketinde bulunmaması için sesleniyoruz. İki liderin, sorunun zorlu noktalarına odaklanmasını ve çözümün şeklini belirleyecek olan son noktaya ulaşmasını istiyoruz. Bir sonraki seçimin, tüm Kıbrıslıların çözümü tamamlayacak ve adadaki federal barışı sağlamlaştıracak lidere oy vereceği, federal bir seçim olmasını istiyoruz.

  2. Siyasi partilere, örgütlere ve sivil topluma insanları bilgilendirme insiyatifini almaları için sesleniyoruz. Şu anda güvenlik etrafında dönen zorlu problemlerde olduğumuzdan, Kıbrıslı Türklerin çözüm yanlısı siyasetçilerinin Kıbrıslı Rumlara korku ve görüşlerini aktaracağı ve Kıbrıslı Rum çözüm yanlısı siyasetçilerin Kıbrıslı Türklere korku ve görüşlerini anlatacağı iki toplumlu toplantılar olmalıdır. İlerici sivil toplum örgütlerine, kültür gruplarına, sanatçılara ve derneklere, cesaret edip barışçıl birleşme için önemli adımlar atmaları, iki toplumlu federasyonlar yaratarak organizasyonlarına bütün Kıbrıs’a hitap eden yeni bir dinamik getirmeleri için sesleniyoruz.

  3. Günümüzdeki kriz bize Kıbrıs’taki çıkmazın ne çoğunluğun fikrini tüm topluma kabul ettirmesi, ne azınlığın vetoyla karar vermeyi bloke etmesi, ne üçüncü ülkelerin askeri gücü, ne de diğer toplumu karar alma mekanizmasından atarak ya da birleşik kurumlardan çekilerek çözülemeyeceğini gösteriyor. Liderlerimize, siyasi olarak daha da güçlenmek için, akıllıca hareket etmeleri ve bu krizden bişeyler öğrenmeleri için sesleniyoruz. Barışı şimdi istiyoruz! Dayanışma - Kıbrıslı blogcular

Solution now! Çözüm Şimdi! Λύσην τωρά!

  1. We Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Armenian Cypriots and Maronite Cypriots, foreigners and locals living and loving this land, state that we don't want it to be unified with any other state or remain divided. We call upon Greek Cypriot and Turkish Cypriot political parties that support a solution to take the initiative to inform everyone abroad and in Cyprus that this is the belief and the strategic purpose of the people's majority. The main convergence necessary to overcome the impasse today is for each community to know and to trust the real aims of the other. We call upon the political forces to stand by the leaders' effort to achieve a solution by manifesting in a real and specific way the political context within which the federation will be built.

  2. We the undersigned will not allow our thoughts to be influenced by the glamor of old battles. We act together and rationally aiming for peace and a common future. We call upon the leaders to let go of pride and focus on the work that needs to be done to overcome the existing difficulties. We call upon them to stop wasting energy trying to humiliate each other and blaming each other. The people need to see the leaders actively demonstrate how our future federation can function.

  3. We study the facts of history in order to formulate our perspectives about the past and get inspired towards building a beautiful and peaceful future. The leaders should call upon the educational institutions of the two communities to state that they are intent on applying educational principles that respect history as a science and not as a political tool, with respect to students as free humans with their own judgment.

  4. We call on the political parties that consider themselves to be pro-solution to declare that they will abstain from any electioneering activity for up to 4 months before the elections, in order to give the leaders ample time to conclude their current effort, or if there's not enough time to get past the point of no return, so that the effort can be continued by whoever is elected. We call on the two leaders to focus on the outstanding issues of the problem so that we can soon arrive at the final convergences that will define the shape of the solution. We desire the next elections to be federal so that all Cypriots can vote for the leaders who will implement the solution and will cement federal peace on the island.

  5. We call on political parties, organizations and civil society to take the initiative of informing the people. Aw we move in the difficult issues around security, there should be bicommunal gatherings where Turkish Cypriot pro-solution politicians will explain their fears and perspective to a Greek Cypriot audience and Greek Cypriot pro-solution politicians will explain to a Turkish Cypriot audience their fears and perspective. We call on progressive civil society organizations, cultural groups, artist and professional associations to dare and take the crucial steps towards peaceful reunification, by creating bicommunal federations, giving their organizations a new dynamic by addressing all Cypriots.

  6. The present crisis shows that the impasse in Cyprus can be overcome neither by imposing the opinion of the majority of one community over the other, nor by a minority veto blocking decision-making, nor by resorting to the military strength of third countries, nor by ruling out the other community from decision-making or walking out from joint institutions. We call on our leaders to become wiser and learn from this crisis, so as to emerge politically stronger.

Μια βέβηλη ερώτηση: καλά ο Θεός είναι πίθηκος;

Όπως οι καλοί αναγνώστες και οι καλές αναγνώστριες της στήλης γνωρίζουν καλά αντικείμενο της είναι το Κυπριακό και οι συνομιλίες για την « επίλυση του» σε εισαγωγικά. Τα εισαγωγικά δεν αφορούν την ποιότητα της επίλυσης, αν θα είναι δηλαδή κακή ή καλή, αλλά αφορούν στην στόχευση των συνομιλιών. Η στήλη θεωρεί ότι οι συνομιλίες δεν στοχεύουν στην επίλυση – διευθέτηση του ζητήματος αλλά στην διαχείριση της μη επίλυσης του και τι εξετάζει κάτω από αυτή την οπτική. Αν δηλαδή προκύψει λύση και μάλιστα ομοσπονδιακή θα φέρουμε την βαριά υποχρέωση να απολογηθούμε χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα την γιορτάσουμε δεόντως, διότι την επιθυμούμε. Από τότε πάντως που η στήλη υπάρχει, ο εκδότης γνωρίζει οι συγγράφοντες δεν κρατούν ημερολόγιο, μια χαρά τα πάμε. Από τη μια αποτυχία πάμε στην άλλη και χαιρόμαστε φυσικά, γιατί μια αποτυχία των συνομιλιών σημαίνει επιτυχία του στόχου μας, δηλαδή την αποτροπή της λύσης δια των συνομιλιών, για να έχουμε ταυτόχρονα και κάποια σταθερότητα. Κάθε φορά που καταφέρνουμε το γιορτάζουμε. Σήμερα ο Φιλελεύθερος ο πιο μεγάλη και «επίσημη» εφημερίδα γιορτάζει στο πρωτοσέλιδο της χαρακτηρίζοντας αποκαΐδια τις συνομιλίες (το απόγευμα έβαλε ένα «Updated» και τον μαλάκωσε). Είναι ενδιαφέρον που η αστική τάξη συντηρεί ως την μεγαλύτερη της εφημερίδα τον Φιλελεύθερο που μαζί με την μεγάλη πλειονότητα των μίντια απορρίπτουν την λύση. Είναι μια ακόμα ελληνοκυπριακή μοναδικότητα διεθνώς. Είναι δυνατόν τα μεγάλα μίντια να αντιπολιτεύονται την λύση ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις να καμώνονται ότι την επιδιώκουν; Είναι δυνατόν η αστική τάξη να μην μπορεί να στηρίξει μια μεγάλη εφημερίδα ή μια τιβι της λύσης; Μήπως είναι το ισχυρό προλεταριάτο που εκφράζει ο Άριστος Μιχαηλίδης και ο Κώστας Βενιζέλος; Η είναι καμώματα τζ' αρώματα. Τους ανοιχτούς βέβαια καυγάδες δεν τους μπορούμε. Τους δοκιμάσαμε στο παρελθόν και μας βγήκαν πολύ φονικοί και προσφυγοποιητικοί, έτσι επιλέγουμε την, ας πούμε πολιτική ευελιξία ή πονηριά. Ο κατ εξοχήν αστός ηγέτης, ο Γλαύκος Κληρίδης, δοκίμασε να φέρει μεραρχία, έφτιαξε ενιαίο αμυντικό δόγμα και τρυκίμιασε την Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν να φέρει πυραύλους που χτυπούν την Άγκυρα, έκανε στρατιωτικό αεροδρόμιο όπου ήταν να προσγειωθούν ελληνικά μιράζ και στρατιωτικό ναύσταθμο όπου ήταν να ελλιμενιστούν τα ελληνικά αντιτορπιλλικά. Εν τέλει ο Αρχιεπίσκοπος θα μας φέρει τον Κοτζιά για να μας κάνει μάθημα αγωνιστικής πολιτικής και η Βουλή ψήφισε να γίνεται ειδική αναφορά στα σχολεία στην επέτειο του λεγόμενου ενωτικού δημοψηφίσματος και η θυγατέρα Σύρου θυμήθηκε «ότι οι Τούρκοι ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει ένας Έλληνας ναύτης και ένας Έλληνας πλοίαρχος και ένας Έλληνας φαντάρος κι ένας Έλληνας κομμάντος, που θέλουν ένα λόχο για να τους κάνουν καλά». Οι συσχετισμοί βελτιώθηκαν από την μισή παρά κάτι δεκαετία του 70 που η αντιστοιχία ήταν ένας Έλληνας για δέκα Τούρκους. Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε τις δηλώσεις του μπροστά στην Παναγία της Μαλεβής που δακρύζει μύρο που «διατίθεται σε ειδικές συσκευασίες». Το επόμενο βήμα είναι η ρίψη στεφάνων από ελικόπτερο. Όπως θα έπρεπε να αναμένεται μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την ενεργό συμμετοχή της τελευταίας στις συνομιλίες για το Κυπριακό, η Τουρκία φαίνεται να εντάσσει στα διεκδικούμενα και ζητήματα που αφορούν έμμεσα τις ευρω-τουρκικές σχέσεις διεκδικώντας ίδια δικαιώματα για τους Τούρκους πολίτες που θα κατοικούν στην Κύπρο με τους Έλληνες πολίτες που θα κατοικούν στην Κύπρο που όμως είναι πολίτες της ΕΕ ( χωρίς να αμφισβητείται η διατήρηση των πληθυσμών στο 4 προς 1). Ένα μπλοκάρισμα των συνομιλιών σε αυτό το επίπεδο θα ήταν ιδεώδες και για τις δύο πλευρές διότι θα μεταφερόταν η ευθύνη στην ΕΕ παρά στις πλευρές αν και η αγωνία του Λιλλήκα δείχνει ότι είναι πιθανόν να μην βλέπει πρόβλημα η ΕΕ. Πάντως ο Γκουτέρεζ δείχνει πιο φιλέλληνας παρά φιλότουρκος σε αντίθεση με τον Έσπεν Μπαρθ Άιντα που δείχνει σύμφωνα με εκτιμήσεις εφημερίδων φιλότουρκος, όπως και οι προηγούμενοι συνάδελφοι του. Πάντως ο κ Γκουτέρεζ δεν φαίνεται να είναι τόσο αισιόδοξος όσο ο φιλότουρκος Άιντα και φαίνεται ότι τροφόδότησε την αισιοδοξία για αποτυχία των συνομιλιών του Φιλελευθέρου. Το κοινοβουλευτικό ψήφισμα για το ενωτικό δημοψήφισμα δεν έχει μεγάλη σημασία για την ίδια την Παιδεία. Το ελληνοκυπριακό σχολείο παραμένει κατά βάση ακόμα και τώρα ενωτικό και αλυτρωτικό. Παρά τις κατά καιρούς προσθήκες που επιχειρούν κάποιου είδους εκσυγχρονισμό προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας και της εναρμόνισης με την ΕΕ στην ουσία του θεωρεί την Ένωση ως τον φυσικό και ηθικά ορθό στόχο και τα υπόλοιπα είναι μια αναγκαιότητα συμβιβασμού σ' 'ενα άδικο κόσμο. Στην παράδοση της σημαίας τα παιδιά απαγγέλλουν ένα καθαρά φαισιστικό φυλετικό όρκο «... για την δόξα της φυλής και του έθνους » που στην Ελλάδα υποθέτουμε καταργήθηκε αλλά στην Κύπρο κανείς δεν έχει το κουράγιο να την σηκώσει. Ή ακόμα όχι μόνο η ελληνική σημαία συνοδεύει την κυπριακή αλλά προηγείται κιόλας. Αλλά το σχολείο δεν είναι μόνο εθνικιστικό είναι και θρησκευτικό. Στο θέμα του Δαρβίνου για παράδειγμα το σχολείο τηρεί σιγή αγγέλων ενώ ασχολείται με την αγγελική επικοινωνία. Πριν μερικά χρόνια, επί υπουργίας ενός προοδευτικού υπουργού Παιδείας, για να τιμηθεί το ευρωπαϊκό έτος Δαρβίνου έπρεπε να εκδοθεί ειδική μπροσούρα για τον Δαρβίνο, διότι οι Ελληνοκύπριοι μαθητές δεν συναντούν αυτό τον κύριο στις σπουδές τους εκτός ίσως λίγο όσοι επιλέγουν βιολογία. Παρεμπιπτόντως ο υπουργός μας της Παιδείας είναι βιολόγος τώρα. Στο υπουργείο του άμα ψάξει λίγο θα βρει φακέλλους στους οποίους υπάρχουν καταγγελίες εναντίον καθηγητών ότι «διδάσκουν τον Δαρβίνο σε ένα σχολείο που δεν δέχεται τον Δαρβινισμό». Ενας διευθυντής κατήγγειλε κάποτε για παράδειγμα ένα καθηγητή που σχολίασε μαζί με τους μαθητές του την γνωστή εικόνα του περάσματος από τον «πίθηκο» στον άνθρωπο. Αυτό προκάλεσε πρόβλημα στην καθηγήτρια των θρησκευτικών διότι ένα παιδί την ρώτησε: αφού ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ' εικόνα και ομοίωση του, και αφού ο άνθρωπος προήλθε από τον πίθηκο, τότε ο Θεός είναι πίθηκος; Το πρόβλημα της καθηγήτριας έγινε πρόβλημα του σχολείου που δεν άντεξε την βλάσφημη ερώτηση αλλά το θέμα εκτονώθηκε ευτυχώς με μια κόλλα σ’ ένα φάκελλο. Κάθε πρώτη τ' Απρίλη δεκάδες αν όχι εκατοντάδες παιδιά οδηγούνται στο ικρίωμα από άλλα παιδιά ή αναφλέγονται δίκην Αυξεντίου στα κρησφύγετα. Επομένως η Παιδεία ελάχιστα επιβαρύνθηκε από το νέο ψήφισμα της Βουλής. Η πρωτοτυπία αφορά ολόκληρο τον Ελληνισμό. Μια σειρά ελληνολατρικά κόμματα κάνουν μέτωπο με τους φασίστες. Αυτό θα πρέπει να το φέρουμε σε γνώση του ΚΚΕ για να τους κάνει παρατήρηση. Οικολόγοι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες κάνουν μέτωπο με τους φασίστες. Ο Ερντογάν θα σπάσει που τη ζήλια του. Ακόμα και ο κύριος Κουλίας, είναι απίστευτο κι όμως αληθινό. Ο Οζκιουργκούν έκανε πως τρομοκρατήθηκε και ζήτησε νέα ειρηνευτική επιχείρηση ενώ η Σιμπέλ Σιμπέρ διαμαρτύρεται γιατί ο Ακκιντζί παραχώρησε κεκτημένα των Τουρκοκυπρίων από το 60. Μια θέση που προβάλλει τον τελευταίο καιρό και ο Σερντάρ Ντενκτάς. Εν ολίγοις η διχοτόμηση δημιούργησε διχοτομικά συμφέροντα στις ελίτ των κοινοτήτων που τείνουν να συντηρήσουν το στάτους κβο.

Establishing a federal Cyprus

Following up from our previous article three months ago, we attempt to offer some analytic explanations concerning the process of negotiating Cyprus and to take a political position in it.

It is safe to say that the Cyprus peace process, with the aim of establishing a type of federal state, is moving towards its conclusion in the next months. There cannot be business as usual after this: either there will be an agreement or a collapse of the negotiations, with a theoretical starting point some years later and under probably different political circumstances and with different stakes and aims.

Still, there remains political and diplomatic play to unfold, of which the importance is vividly illustrated in the absence of public predictions by the key players as to the eventual result of the ongoing process. It is unclear whether a high level convergence among major powers will materialize and shape the way for a referendum. Even then, it is also unclear whether the public is likely to accept - by a convenient majority - even the most mutually favourable plan.

On imperialism and ‘mother lands’ It has become obvious recently that the broader relations between Turkey and Greece - especially with respect to the demarcation of the Exclusive Economic Zones between the two states - is a key parameter of the peace process in Cyprus. The balance of power between Greece and Turkey in the eastern Mediterranean in general and in Cyprus in particular has been a key factor of the problem since the 1950s.

After the partition of Cyprus in 1974, a quasi equilibrium was reached with Turkey having the upper hand in the military field and Greece in the diplomatic field. As the Republic of Cyprus in Greek Cypriot hands was reinforced, it began resembling a de facto second Greek state. In a similar manner, the Turkish Cypriot Republic of Northern Cyprus (established in 1983), remains financially and logistically dependent on the Turkish state.

It is evident that in the run up to the Geneva talks a few weeks ago, Greek-Turkish relations have become more autonomous from broader bi-lateral relations, regional institutions and global alliances. The negotiations demonstrate so far pretty much an image of Greece vs Turkey, without a clear position from the main powers involved (excepting the UN) toward pushing one or the other towards a more compromising stance.

In the effort of both sides to maintain a tough line, they also make loud statements aimed primarily for domestic consumption, but at the same time impacting negatively on the peace process and the climate in which it occurs. The quintessence of a hostile climate concerns the issue of trust by the people who will be called upon to vote for the agreement; the perception of the ‘barbaric Turk’ by the Greek Cypriots and of the ‘arrogant and nationalist Greek’ by the Turkish Cypriots has become consolidated as embodying concrete threats that may come to haunt them in a re-unified island.

In any case, the rivalry between Greece and Turkey is much bigger than Cyprus, and it is in this frame that the opposing statements from leading officials from the two governments need to be interpreted.

As the negotiations evolve it also becomes increasingly clear that in the north, Turkey has an even bigger role to play than Greece in the south. In the Greek Cypriot community, the newly emerging tough stance of Greece, is more an extra boost to the local rejectionist forces and status quo interests, in that it can delay and even derail the prospect of an agreement.

The Greek stance at the same time is subject to Greek Cypriot pro-reunification pressures. And if an agreement is eventually reached, there are enough resources amongst the Greek Cypriot rejectionist forces to fight against reunification, even in defiance of a Greek government.

In the Turkish Cypriot community, the situation is different, and in some respects opposite. The fragmentation of pro peace political forces and the decreasing pro reunification mobilization potential, the enhanced and deeper cultural and economic penetration of Turkey into north Cyprus since 2004 and the (largely structural) weakness of the Turkish Cypriot leader to transcend the commands of the Turkish government render Erdogan as effectively the key agent that can prevent an agreement from happening now, but who can also push it through a referendum if an agreement is made.

The reshaping of the geopolitical order after the collapse of the Soviet Union did not alter the balance in Cyprus, despite the changes occurring as both the Republic of Cyprus and Turkey began their path towards the EU. The negotiations in the early 1990s failed and the strategy of tension that followed created political conditions that obstructed the negotiations from proceeding to the final stage until the early 2000s, at the conjuncture when the Republic of Cyprus was to enter the EU and Turkey to gain the status of an EU candidate country. The rejection of the Annan Plan by the Greek Cypriots and the entry of the Republic of Cyprus into the EU without its effective control of the northern part of the island has made the EU an important voice in the Cyprus problem as well.

This Greek Cypriot aim from the beginning becomes materialized only now, 13 years later in different circumstances and with EU and Turkey relations having taken a different form. The EU seeks to extend its control to north Cyprus through a solution of the Cyprus problem, ending not only an anomaly it has inherited, but also strengthening its geopolitical influence in the Eastern Mediterranean and its energy resources and routes.

Turkey seeks now to use Cyprus as a bargaining piece, not in order to pave its way into the EU as was the case 14 years ago, but in order to achieve recognition from the EU as a major power at its border with which the EU needs to have a special relationship. This new more direct EU-Turkey parameter in the Cyprus negotiation is not necessarily working in favor of reunification: it substantially enlarges the stakes and the issues under negotiation and may make an agreement more elusive at the present stage, and of a different sort in the medium term even by-passing the Greek Cypriot government of the Republic of Cyprus, if the current process collapses.

Although Turkey’s final cards have not been played on account of domestic instability and a foreign policy with many open fronts, its desire to exchange its withdrawal from Cyprus with an understanding with the EU and Greece is clearly visible, primarily but not exclusively through the attitude of the Turkish Cypriot leadership.

But that withdrawal cannot be immediate and cannot be total. This is not a stance that can be legitimated in Turkey’s political system; it is contrary to Erdogan’s profile as a leader and to Turkish Cypriot anxieties, desires and expectations. The treaty of guarantees will have to be revised, but it cannot just evaporate into thin air – nor can half a century of political and military presence in the island.

The Turkish position on Cyprus goes far beyond the intransigence of the Erdogan regime and into the diachronic security concerns among the Turkish Cypriots as well as Turkey’s geopolitical status in the Eastern Mediterranean. In this vein, a transitional period with a small and symbolic Turkish military presence and some role by Turkey in the security system currently being discussed is inevitable. Any absolute refusal as to this and more specifically the demands for an immediate and absolute withdrawal of Turkish troops, even before the enforcement of the agreement and the total exclusion of Turkey from the security system are simply out of touch with reality. And this without any serious prospects to maintain the current state of affairs in the political and economic fronts; that is, the continuing monopolization of the Republic in Greek Cypriot hands.

There are significant issues that have not yet been agreed but the balance is more or less known and this will not lead to any one of the two sides retreating fully. Both will have to retreat so that they find themselves somewhere in the middle – rotating presidency with cross voting, the town of Morphou under Greek Cypriot administration but with rights of remain to the current population, total withdrawal of the Turkish army but at a gradual pace, abolition of Turkey’s right to unilateral intervention but maintaining Turkey in Cyprus’ security system.

The UN refrains from pressurizing the two sides but it is clear that at some point it will have to call an end game in the current process. And in case of a collapse of the negotiations, it will most probably orient itself to an even more reduced role in the next period. The resumption of the talks at high level may have been postponed for April after the referendum in Turkey about the constitutional reform, but it is doubtful whether any substantial change will occur then.

One may dismiss the Greek and Turkish governments’ nationalistic cries, yet there are material issues and real state interests besides the public opinion in the two countries. Although a compromise agreement between Greece and Turkey on Cyprus is very possible, it may not happen as both states see Cyprus as one piece in their broader interests and relations. In order to agree they must also reach a sort of understanding concerning the framework through which they would continue to compete and resolve the rest of their matters and specifically the demarcation of their exclusive economic zones.

On the bigger plane, an agreement on the Cyprus problem can only be based on the acceptance by the US and the UK that Russia cannot be ignored in the Eastern Mediterranean. There are signs that this is feasible as Russia’s endurance in the global plane and more specifically in the Middle East, has made it clear that an agreement in Cyprus can only take place if Russia supports, or at least tolerates it. This would be reflected in the role of the Security Council, the transitional periods and the security system to be instituted.

Politics on the ground: the two intra-communal camps The main development in the last three months is the further strengthening of the two camps in favour and against the reunification process. In parallel, the cleavage separating them at both the social and political levels has been reinforced in discursive, organizational as well as political terms.

Fascist and other right wing street protests against the peace process and the prospect of a federal solution are becoming a standard. Protests come along with a series of other public events, such as panel discussions, petitions, open letters etc, by the “five centre parties”, ELAM and Church leaders as well as other nationalist and far-right wing groups, intellectuals and opinion leaders.

The clearest statements in favor of a solution and most willing to support the process from the trade unionists and from the peace activists, as does pro-solution mobilisation. Business representatives are more divided with statements both for and against. The fact that the two main parties AKEL and DISY, fully support Anastasiades’ negotiation effort at this conjuncture is highly significant. Since the mid-1980s when they united against then President’s Spyros Kyprianou’s intransigence in the negotiations, each of the two parties (and especially AKEL) has been very careful to draw clear boundaries from the other’s position on the Cyprus problem.

Yet, in line of successive developments, with Anastasiades building on and carrying forward joint decisions made by Christofias without changing much, the political gap between AKEL and DISY on this issue has shrunk. To be sure, both sides retreated on previous stances throughout time. DISY has backtracked on its position in favor of NATO’s involvement in the process and of a “loose” federation, while AKEL has retreated from an overt emphasis on procedural matters and has refused to succumb to rejectionist internal and external pressures.

Partly because this division between AKEL and DISY is not simply a political matter, the two parties’ ideological incompatibility is likely to play a role in determining internal opposition. Specifically AKEL and DISY dissenters are both openly and covertly intervening against the negotiations and against the prospect of an agreement in the current circumstances. These include both high profile personalities, who tend to be more careful, but also lower rank and local cadres.

Left-wing rejectionists evoke various things such as patriotism, internationalism, anti-imperialism, nationalism and even anti-capitalism. The argument of the most coherent rejectionist line inside AKEL itself more or less argues that too much is being conceded to foreign imperialism, of which Turkish expansionism is a manifestation. Inside DISY, opposition is essentially more traditionally nationalist, not in civic terms but on more ethnocentric lines.

In the Turkish Cypriot community there is both continuity and change with respect to the political system and the various pro and anti reunification forces. The traditional right currently governing remains staunchly oppositional and undermines Mustafa Akinci’s efforts while occasionally clashing frontally with him using nationalist arguments and rhetoric. Old and new fascist and far right groups have also made their customary appearance, threatening the “traitors” and including in them not only trade unionists and leftists but also Akinci himself.

The traditional left, although weaker and more fragmented today, firmly supports the reunification process, albeit without a mass movement shaping the political climate this time. The pro EU business groups and many civil society organizations and NGOs are also in favor of reunification and so is that segment of Turkish Cypriot society that feels alarmed with the developments in Turkey and the drift towards authoritarianism there.

However, what seems to be holding the balance is the new centre-right party led by Kudret Özersay, who maintains close links with Turkey and who is ambivalent with respect to the reunification process. Although Özersay as a technocrat had supported reunification, as a politician today with polls showing his People’s Party as the most popular one in the north, he seems more interested in establishing himself in a pivot position in the political system.

Unlike the left which sees the future of the Turkish Cypriot community as passing through a federal Cyprus and unlike the right which sees value in the status quo, Özersay attempts to express a third position that prioritizes modernizing reform and Turkish Cypriot autonomy and refusing, for the moment, the dilemma of partition or federation.

Projections towards a pending definitive conclusion The immediate purpose of agreements for ethno-nationalist conflict within countries is usually to freeze the military or paramilitary confrontations, and prevent violence from re-occurring. Both the Good Friday Agreement for Ireland and the Dayton Agreement for Bosnia-Herzegovina, for example, can be seen as ‘constructions of necessity’.

This is not the case in Cyprus where violence is not (and is not seen as potentially) an immediate concern, but rather a divisive mark from the past, which is becoming all the more distant in the minds of the local populations and is further diluted by the increasingly multi-cultural demographic composition of the island.

This very fact makes an eventual agreement very uncertain in form and nature. Both actually resolving the conflict and freezing it through de facto or formal partition are still possible options for all the players involved as the need for a solution may not be seen as urgent either in the domestic or international sphere. Yet, for progressive Cypriots, north and south, reunification is a matter of urgency as well as necessity, in terms of both substance and in terms of the potential to be unleashed in the process.

If there is an agreement, a very polarized political conflict will unfold both north and south. But more so in the south where the outcome will be more uncertain and probably close. In the north since the agreement, if there is one, will have to be inevitably endorsed by the Turkish government, the nationalist rejectionist forces will be in a disadvantageous position.

In the Greek Cypriot community, the Greek government does not have this sort of leverage and will not be able to control the rejectionist forces. If there is no agreement, we expect changes to take place in the short and medium term. A deadlock will most probably be announced, a more blunt report should be expected from the UN and any future discussions will only take place after the passage of a couple years.

By then, the agency of different players could shape developments in different ways, most probably towards more partitionist directions.

https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/gregoris-ioannou-giorgos-charalambous/establishing-federal-cyprus 6/2/16

Τουμάζος Τσιελεπής: Να ξεμπλοκάρουμε τα πράγματα… να υποβοηθήσουμε επιτυχή έκβαση της Διάσκεψης

H διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη για λύση του Κυπριακού φτάνει στο τέλος της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: Είτε με αδιέξοδο είτε με λύση. Ετσι, για το ΑΚΕΛ αυτή την ώρα επιβάλλεται, στο πλαίσιο της σωστής προετοιμασίας για τη Διάσκεψη για την Κύπρο, «να δοκιμάσουμε να ξεμπλοκάρουμε τα πράγματα… Πρέπει σε αυτό το στάδιο να επικεντρωθούμε σε τρία τέσσερα βασικά ζητήματα της εσωτερικής πτυχής, η επίλυση των οποίων πιθανόν να υποβοηθούσε και μια επιτυχή έκβαση της Διάσκεψης για την Κύπρο.

Εμείς έχουμε κάθε λόγο στη Διάσκεψη να συζητούμε μόνο θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων και όχι θέματα της εσωτερικής πτυχής του Κυπριακού».

Αυτές είναι οι θέσεις του ΑΚΕΛ, όπως τις διατυπώνει στη συνέντευξή του στη «Χαραυγή» ο επικεφαλής του Γραφείου Κυπριακού της ΚΕ του κόμματος, Τουμάζος Τσιελεπής.

Συνέντευξη στη Νίκη Κουλέρμου

Ναρκοθετεί ή όχι τις συνομιλίες το τουρκικό αίτημα για τις τέσσερις ελευθερίες στους Τούρκους υπηκόους;

Ασφαλώς το τουρκικό αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Για τις τέσσερις ελευθερίες υπάρχει σύγκλιση, η οποία πρέπει να γίνει σεβαστή. Υπενθυμίζω ότι ο κ. Ακιντζί, όταν ανέλαβε την ηγεσία της τ/κ κοινότητας, επανέφερε τις συγκλίσεις που απέρριπτε ο Ερογλου. Δεν μπορεί να παραγνωρίζεται η ουσία της σύγκλισης: Η αναλογία 4:1 που ίσχυε από το 1960 με βάση τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης για πολιτογράφηση Ελλήνων και Τούρκων, πρέπει να επεκταθεί για να καλύπτει και τη διαμονή.

Οταν το ΑΚΕΛ λέει ότι πρέπει να γίνει καλή προετοιμασία και μάλιστα με εμπειρογνώμονες για τη συνέχεια της Διάσκεψης, ώστε αυτή να είναι επιτυχής, τι έχει κατά νου;

Η προετοιμασία πρέπει να γίνει σε πολιτικό επίπεδο, κυρίως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Δεν απαιτούμε από την Τουρκία να δεχθεί τις θέσεις μας πριν πάμε στη Διάσκεψη. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια μορφή πρόταξης, η οποία όποτε δοκιμάστηκε είχε ολέθριες συνέπειες για την πλευρά μας. Μιλούμε για προετοιμασία. Στη Γενεύη φάνηκε ότι δεν ήταν ώριμα τα πράγματα για να συζητηθεί το ζήτημα της ασφάλειας και γι΄αυτό παραπέμφθηκε σε τεχνοκράτες για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ωστόσο, η πιο αποτελεσματική προετοιμασία θα ήταν να αντιμετωπίσουμε ορισμένα βασικά θέματα της εσωτερικής πτυχής του Κυπριακού, που ακόμα εκκρεμούν. Ηταν πάγια θέση μας πως αν δεν φθάσουμε σε ακτίνα συμφωνίας στις εσωτερικές πτυχές, δεν μπορούμε να πάμε σε Διάσκεψη. Ωστόσο, συμφωνήθηκε η γνωστή διαδικασία. Πρέπει ο χρόνος μέχρι τη Διάσκεψη να αξιοποιηθεί για να επιλυθούν ορισμένα βασικά ζητήματα του περιουσιακού, της διακυβέρνησης, των τεσσάρων ελευθεριών (η Τουρκία να ξεκαθαρίσει αν αποδέχεται ή όχι τη σύγκλιση).

Αν αντιμετωπιστούν αυτά, αναμφίβολα θα διευκολυνθεί η συζήτηση στο θέμα ασφάλεια και εγγυήσεις. Εμείς έχουμε κάθε λόγο στη Διάσκεψη να συζητούμε μόνο θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων και όχι θέματα της εσωτερικής πτυχής του Κυπριακού.

Αρα συμφωνείτε ότι πιθανόν να μην βρισκόμαστε μακριά από ένα πάρε δώσε.

Μια διαπραγμάτευση γίνεται σε ένα συμφωνημένο πλαίσιο και στη βάση ορισμένων αρχών. Τι σημαίνει διαπραγμάτευση; Με την ευρεία έννοια σημαίνει αναζήτηση αμοιβαία αποδεκτού συμβιβασμού, ο οποίος όμως να μην ξεφεύγει από το πλαίσιο αρχών. Διαπραγμάτευση δεν σημαίνει να λες ότι αν δεν δεχθεί η άλλη πλευρά την αρχική σου θέση, δεν γίνεται τίποτε.

Δηλαδή είμαστε στο διά ταύτα και απαιτούνται πολιτικές αποφάσεις από τους δύο ηγέτες;

Δεν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα αλλά γνωρίζουμε ότι αυτή η διαδικασία με τον ένα ή άλλο τρόπο φθάνει προς το τέλος της, είτε με αδιέξοδο είτε με λύση. Πλησιάζει και η προεκλογική περίοδος, η οποία δεν βοηθά να γίνεται μια σοβαρή διαπραγμάτευση με προοπτική να καταλήξουμε κάπου. Αν μη τι άλλο, πρέπει να δοκιμάσουμε να φθάσουμε σε ουσιαστική συζήτηση του κεφαλαίου της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Εκεί είναι που θα δοκιμαστεί στην πράξη η Τουρκία και οι πραγματικές της προθέσεις.

Κι όμως δεν φθάσαμε σε ακτίνα συμφωνίας για σημαντικά ζητήματα όπως είναι τα ζητήματα διακυβέρνησης, παρόλο που η συζήτησή τους είχε μεταφερθεί και στη Γενεύη. Τώρα τι αλλάζει;

Τόσο στο Μοντ Πελεράν όσο και στη Γενεύη είχε επιτευχθεί κάποια περαιτέρω πρόοδος σ’ αυτά τα ζητήματα. Ομως, το κεφάλαιο που δέσποζε στη Γενεύη ήταν αυτό της ασφάλειας και εγγυήσεων. Δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες για να συζητηθεί αυτό το ζήτημα αλλά στα υπόλοιπα έγινε κάποια πρόοδος.

Πρέπει σε αυτό το στάδιο να επικεντρωθούμε σε τρία τέσσερα βασικά ζητήματα της εσωτερικής πτυχής, η επίλυση των οποίων πιθανόν να υποβοηθούσε και μια επιτυχή έκβαση της Διάσκεψης.

Ποια είναι αυτά τα 3-4 ζητήματα;

Είναι θέματα που έχουν σχέση κυρίως με την εκτελεστική εξουσία, το περιουσιακό και το εδαφικό. Αντιλαμβάνεστε πως αν αντιμετωπιστούν οι εναπομείνασες διαφορές στο ζήτημα της διακυβέρνησης, ενδεχομένως η συζήτηση του εδαφικού να συνεχιστεί υπό καλύτερες προϋποθέσεις, κάτι που με τη σειρά του βοηθά τη λύση του περιουσιακού. Αυτό πρέπει να το δοκιμάσουμε. Δεν σημαίνει ότι υποχωρούμε από τις θέσεις μας. Με αυτό τον τρόπο πρέπει να αξιοποιηθεί ο χρόνος μέχρι τη Διάσκεψη.

Διαφορετικά;

Αν τα πράγματα δεν προχωρήσουν προς τα εμπρός πριν την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, τα περιθώρια θα περιοριστούν σημαντικά. Μιλούμε για μια διαδικασία η οποία συνεχίζεται για δέκατο τώρα χρόνο. Δεν σημαίνει ότι δεν θα ξαναϋπάρξει ευκαιρία στο μέλλον αλλά βασικές διαπραγματευτικές μας θέσεις διαβρώνονται με την πάροδο του χρόνου. Τι θα γίνει με το περιουσιακό; Τι θα γίνει με τις «νομιμοποιημένες» από το ΕΔΑΔ προσφυγές στην «επιτροπή αποζημιώσεων»; Δεν θα βρεθεί κάποια στιγμή η πλειονότητα των περιουσιών σε χέρια τουρκοκυπριακά κατά τρόπο «νόμιμο»; Τι θα γίνει με τους εποίκους που γεννήθηκαν εδώ, με τους μεικτούς γάμους και τα παιδιά τους; Δεν θα ενταθεί το πρόβλημα και δεν θα επιδεινωθεί και το εδαφικό, εφόσον ο πληθυσμός τους θα αυξάνεται και θα πλησιάζει το δικό μας;

Αρα, πάντα εμμένοντας σε αρχές και στο συμφωνημένο πλαίσιο, η προσπάθεια πρέπει να είναι να προσχωρήσουν τα πράγματα προς τα εμπρός.

Τι γίνεται με το κεφαλαιώδες ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας;

Η εκ περιτροπής προεδρία είναι στο τραπέζι από το 1993. Ηταν στα πέντε σχέδια Ανάν στα οποία έγινε σφοδρή κριτική, όχι όμως γι’ αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Δ. Χριστόφιας το βελτίωσε εντάσσοντάς το σε ένα προεδρικό σύστημα που είναι πολύ πιο σταθερό από οτιδήποτε άλλο, και μάλιστα με εκλογή απευθείας από το λαό με μεικτή ψηφοφορία, με διασταυρούμενη ψήφο, με τις αποφάσεις να παίρνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο (7-4, υπέρ μας) και όχι από τον Πρόεδρο.

Αν επιτευχθεί κάτι καλύτερο, εμείς θα το χαιρετίσουμε. Είναι όμως καιρός να αντιμετωπίσουμε το θέμα. Διότι παραπέμποντάς το παρακάτω, και η άλλη πλευρά παραπέμπει το εδαφικό παρακάτω ή και αντιστρόφως. Με τη σειρά της, η Τουρκία λέει ότι δεν θα ανοίξει τα χαρτιά της στο θέμα της ασφάλειας προτού δει πώς θα επιλυθούν τα προαναφερθέντα ζητήματα. Ηταν φανερό από το Μοντ Πελεράν ότι αυτή η τακτική οδηγεί σε φαύλο κύκλο. Πρέπει να δοκιμάσουμε να ξεμπλοκάρουμε τα πράγματα.

Πρέπει να υπάρχουν χειροπιαστές βελτιώσεις Νομίζετε ότι η κοινή γνώμη είναι έτοιμη για να πει «ναι» σε ένα νέο δημοψήφισμα;

Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος. Ομως, η κατάσταση είναι διαφορετική από το 2004. Τότε είχε εφευρεθεί η λεγόμενη επιδιαιτησία για να παρακαμφθεί ο Ντενκτάς. Στο τέλος αυτή οδήγησε στο να μπορείς να παραπέμπεις σε δημοψήφισμα ένα σχέδιο απορρίπτοντάς το την ίδια στιγμή ως ηγεσία. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί τώρα. Μόνο μια συμφωνημένη λύση θα φθάσει σε δημοψήφισμα και -αφού θα είναι συμφωνημένη- ο Πρόεδρος θα τη στηρίξει με ό,τι αυτό σημαίνει. Επιπλέον η κατάσταση της οικονομίας δεν είναι αυτή του 2004. Εκεί λειτουργούσε η δύναμη της αδράνειας – γιατί να ρισκάρω αφού καλά την έχω. Ο,τι και να λέγεται αυτή τη στιγμή, η λύση του Κυπριακού μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θα δώσει τεράστια οικονομικά οφέλη. Το κυριότερο, όμως, είναι να φέρουμε στο λαό κάτι που να μπορεί να αποδεχθεί, που σημαίνει ότι πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά το τι έγινε το 2004. Πρέπει να υπάρχουν χειροπιαστές βελτιώσεις. Από κει και πέρα θα δοθεί χρόνος για να εξηγήσουν όλοι τις θέσεις τους.

Ολα αυτά είναι κάποιες προϋποθέσεις που επιτρέπουν συγκρατημένη αισιοδοξία ότι αν φθάσουμε σε λύση, μπορεί αυτή να εγκριθεί. Χρειάζεται όμως πολλή δουλειά, γιατί κάποιες δυνάμεις προτού δουν το αποτέλεσμα, το δαιμονοποιούν. Τελικός κριτής θα είναι ο λαός μέσω του δημοψηφίσματος και αυτό δεν μπορεί κανείς να το παραγνωρίζει.

Πραγματική και εγγυημένη αποζημίωση Εχουμε απαντήσεις στο ποιος θα πληρώσει το κόστος της λύσης;

Καθήκον μας είναι να προσπαθήσουμε να καταλήξουμε σε λύση και να πούμε στη διεθνή κοινότητα την απλή αλήθεια: ότι δηλαδή έχουμε τη λύση, αλλά δεν έχουμε πόρους να την εφαρμόσουμε. Είτε, λοιπόν, η λύση μπαίνει σε κατάψυξη μέχρι να βρούμε τους πόρους είτε η διεθνής κοινότητα πρέπει να συνεισφέρει. Ο,τι και να λέμε, γι’ αυτούς η συνεισφορά σε απόλυτους αριθμούς δεν είναι σοβαρά ποσά, είναι… κέρματα. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να ζυγίσει δύο πράγματα, το συμφέρον που έχει και η ίδια για λύση και τα κέρματα που πρέπει να δώσει. Ετσι τίθεται το ζήτημα. Οι δε τεχνοκράτες του ΔΝΤ ή της Διεθνούς Τράπεζας μπορούν να κάνουν μελέτες αλλά δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Αν η λογική είναι να μας βάλουν σε μνημονιακές λογικές για να εφαρμόσουμε τη λύση, πολύ φοβούμαι ότι η λύση θα καταρρεύσει.

Ενα παράδειγμα: Το περιουσιακό πώς θα λυθεί; Κάποιοι θα αποκατασταθούν αλλά όχι όλοι. Για να επιλέξουν αποζημίωση, πρέπει να ξέρουν ότι αυτή θα είναι πραγματική και εγγυημένη αποζημίωση. Αν αυτό δεν υπάρχει, όλοι θα επιλέξουν αποκατάσταση και δεν θα βρεθεί λύση. Ολα αυτά πρέπει να τα έχουμε υπ’ όψιν μας. Και εμείς και η διεθνής κοινότητα.

http://dialogos.com.cy/blog/toumazos-tsielepis-na-xemplokaroume-ta-pragmata-na-ipovoithisoume-epitichi-ekvasi-tis-diaskepsis/#.WJiJ7NJ97cf

Η θέση της ομάδας ΣΤΑΣΙΣ για το Κυπριακό ζήτημα και την επίλυσή του

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΣΤΑΣΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ

  1. Τα θεμέλια της θέσης μας για το Κυπριακό Ζήτημα

Α. Οι γενικές αρχές της μαρξιστικής-λενινιστικής θεώρησης του εθνικού ζητήματος

Οι γενικές αρχές της ομάδας Στάσις σε ό,τι αφορά το εθνικό ζήτημα στην Κύπρο εκπορεύονται από τις γενικές αρχές που διατύπωσε ο Β.Ι. Λένιν και το ΣΔΕΚΡ, με αφορμή το εθνικό ζήτημα στη Ρωσία κατά τις παραμονές της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης. Συνοπτικά, οι αρχές αυτές είναι:

α. Η στήριξη στον “πιο αποφασιστικό και πιο συνεπή δημοκρατισμό σ’ όλα τα σημεία του εθνικού ζητήματος”· με άλλα λόγια, η εναντίωση σε “κάθε εθνική καταπίεση ή ανισοτιμία”, στα προνόμια οποιασδήποτε εθνότητας απέναντι σε άλλες εντός ενός έθνους-κράτους, και, αντίστροφα, η υπεράσπιση της ισοτιμίας “των εθνών και των γλωσσών” που συναπαρτίζουν την κρατική οντότητα (Β.Ι. Λένιν, “Κριτικά Σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα”, σελ. 25, 18-19). Η ομάδα Στάσις συμφωνεί έτσι πλήρως με τη διαπίστωση του Λένιν ότι: “υπάρχει μια μόνο λύση του εθνικού ζητήματος, εφ όσον γενικά είναι δυνατή η λύση του στον κόσμο του καπιταλισμού, και η λύση αυτή είναι ο συνεπής δημοκρατισμός” (ό.π., σελ. 31) στη διαχείριση των εθνοτικών, γλωσσικών, θρησκευτικών, κ.α. διαφορών εντός του όποιου έθνους-κράτους. Πεποίθησή μας, όπως και του Λένιν, είναι ότι αυτός ο δημοκρατισμός, η ισότιμη αντιμετώπιση εθνοτήτων, γλωσσών, πολιτισμών, κλπ., εντός του έθνους-κράτους, “κάνει να ξεχωρίζουν σε κάθε έθνος [δηλ. εθνότητα] μόνο τα συνεπή δημοκρατικά στοιχεία (δηλαδή μόνο οι προλετάριοι) και τα ενώνει με βάση όχι την εθνικότητα, αλλά τον πόθο τους για βαθιές και σοβαρές βελτιώσεις του γενικού κρατικού καθεστώτος” (ό.π., σελ. 33).

β. Η πεποίθηση, όπως προκύπτει από την αμέσως παραπάνω διατύπωση, ότι δεν αποτελεί εκ προοιμίου ματαιοπονία για τους μαρξιστές-λενινιστές να εντοπίζουν και κατόπιν να στηρίζουν τις προοδευτικότερες δυνατές πρακτικές λύσεις σε ένα εθνικό ζήτημα, ακόμα και εντός των συνθηκών του καπιταλισμού, που σήμερα αφορούν τη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη. Η ομάδα Στάσις θεωρεί θεμελιώδη και πολύτιμη ως παρακαταθήκη την παρατήρηση του Λένιν ότι οι σοσιαλιστές οφείλουν να απαιτούν “την απελευθέρωση των καταπιεζόμενων εθνών όχι με αόριστες γενικές φράσεις, όχι με χωρίς περιεχόμενο επαγγελίες, όχι με τη μορφή ‘αναβολής’ του ζητήματος ως το σοσιαλισμό, αλλά με ένα καθαρό και με ακρίβεια διατυπωμένο πολιτικό πρόγραμμα, που να παίρνει ειδικά υπόψη του την υποκρισία και τη δειλία των σοσιαλιστών των εθνών που καταπιέζουν” (Β.Ι. Λένιν, “Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών”, σελ. 110). Θεωρούμε αναμφισβήτητο ότι το εθνικό ζήτημα μίας χώρας, συγκεντρώνοντας, αναπόφευκτα, το ενδιαφέρον και τις αγωνίες των πλατιών μαζών όσο και τις στοχεύσεις της αστικής τάξης, δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο οι σοσιαλιστές δικαιούνται απλώς να παραπέμψουν προς επίλυση σε ένα ασαφές σοσιαλιστικό “μέλλον”· οφείλουν, αντίθετα, να τοποθετηθούν με σαφήνεια, ακρίβεια και τεκμηρίωση ως προς την μορφή επίλυσης που είναι ωφελιμότερη για τις λαϊκές μάζες και την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, πάντα σεβόμενοι την πρώτη και θεμελιώδη αρχή, αυτή του αποφασιστικού και συνεπούς δημοκρατισμού απέναντι στις εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες, κλπ., που εμπλέκονται. Ο Λένιν έδειξε το νηφάλιο πραγματισμό του απέναντι στο ζήτημα υπερασπιζόμενος σθεναρά το (αστικό) πρότυπο της Ελβετίας ως θεμελίου λύσης του ρωσικού εθνικού ζητήματος: “Η πείρα όμως της Ελβετίας δείχνει ότι είναι δυνατή και πραγματοποιήθηκε στην πράξη η εξασφάλιση της πιο μεγάλης (σχετικά) εθνικής ειρήνης, όταν υπάρχει συνεπής (πάλι σχετικά) δημοκρατισμός όλου του κράτους” (Β.Ι. Λένιν, “Κριτικά Σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα”, σελ. 32).

γ. Όπως κατέστησε απόλυτα σαφές ο Λένιν στα σχετικά με το ζήτημα γραπτά του, η οπτική για το εθνικό ζήτημα που αρμόζει σε μαρξιστές είναι σταθερά και ανυποχώρητα αυτή του προλεταριακού διεθνισμού: “Το προλεταριάτο δεν μπορεί να υποστηρίξει καμία κατοχύρωση του εθνικισμού, αντίθετα υποστηρίζει κάθε τι που βοηθά το σβήσιμο των εθνικών διακρίσεων, το γκρέμισμα των εθνικών φραγμών, κάθε τι που κάνει όλο και πιο στενούς τους δεσμούς ανάμεσα στις εθνότητες, κάθε τι που οδηγεί στη συγχώνευση των εθνών” (Β.Ι. Λένιν, “Κριτικά Σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα”, σελ. 26).

Αυτό το γεγονός υπαγορεύει και μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη του ευκταίου και του επιδιώξιμου σε κάθε περίπτωση όπου παραμένει ανεπίλυτο το εθνικό ζήτημα μιας χώρας: “ο καπιταλισμός απαιτεί για την ανάπτυξή του όσο το δυνατό πιο μεγάλα και όσο το δυνατό πιο συγκεντρωτικά κράτη. Στην περίπτωση που οι υπόλοιποι όροι θα είναι ίσοι, το συνειδητό προλεταριάτο θα υποστηρίζει πάντα ένα πιο μεγάλο κράτος. Θα πολεμά πάντα το μεσαιωνικό τοπικισμό και θα χαιρετίζει πάντα την όσο το δυνατό πιο στενή οικονομική ένωση μεγάλων εδαφών, όπου μπορεί να αναπτυχθεί η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη” (ό.π., σελ. 36). Η ένωση, με όρους δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όπως υπογραμμίζει ο Λένιν, διαφορετικών εθνοτήτων, θρησκειών, γλωσσών κλπ μέσα σε ένα κράτος αποτελεί λοιπόν “τεράστιο ιστορικό βήμα από το μεσαιωνικό κατατεμαχισμό προς τη μελλοντική σοσιαλιστική ενότητα” (ό.π., σελ. 37), διότι ενώνοντας την (καπιταλιστική) οικονομική δραστηριότητα διαφορετικών κοινοτήτων, ενώνει επίσης το πεδίο της ταξικής σύγκρουσης, σπάει τους κληρονομημένους από το παρελθόν φραγμούς που χώριζαν τόσο τους καπιταλιστές, από τη μία πλευρά, όσο και την εργατική τάξη, από την άλλη.

Εννοείται, φυσικά, ότι τούτη η διαδικασία δεν προχωρά ανενόχλητη από τις προσπάθειες των αντιδραστικότερων και οπισθοδρομικότερων αστικών στρωμάτων να συγκρατήσουν πρότερα ειδικά προνόμιά τους ενισχύοντας με διάφορους τρόπους τους εθνοτικούς, θρησκευτικούς κ.α. διαχωρισμούς. Εννοείται, επίσης, ότι η αστική τάξη στο σύνολό της, εάν νιώσει απειλημένη από ένα ρωμαλέο και αποφασιστικό εργατικό κίνημα, είναι νομοτελειακά αναγκασμένη να προάγει κάθε είδους κάθετες διαιρέσεις, περιλαμβανομένων δυνητικά των εθνοτικών ή θρησκευτικών, γλωσσικών, κ.α. διαφορών εντός της εργατικής τάξης. Ο κίνδυνος αυτός όμως είναι πάντοτε υπαρκτός σε όλα τα έθνη και δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένας δρόμος μπροστά, προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς τη συντριβή του σωβινισμού, των φυλετικών και εθνοτικών προκαταλήψεων, του μεγαλοϊδεατισμού και των απομειναριών της περιτοίχησης δήθεν “επιούσιων” και ξεχωριστών λαών και πεπρωμένων, χωρίς τη σταδιακή ισοπέδωση όλων εκείνων των διαχωρισμών που διασπούν το προλεταριάτο και το αποσπούν από την αντίληψη της διαχωριστικής εκείνης γραμμής που κρίνει, ουσιαστικά, τον χαρακτήρα της κοινωνίας ως ταξικής και βασισμένης στην καταπίεση και εκμετάλλευση της πλειοψηφίας από μία μειοψηφία. Είναι διαφορετικό πράγμα η ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης απέναντι στην αποδεδειγμένη ικανότητα της αστικής τάξης να καταφεύγει σε κάθε είδους δολοπλοκίες για να διατηρήσει την εξουσία της, από τη φοβική και ουσιαστικά αντιδραστική αντιμετώπιση αυτού που ο Λένιν περιγράφει ως “παγκόσμια ιστορική τάση του καπιταλισμού να σπάζει τους εθνικούς φραγμούς, να σβήνει τις εθνικές διαφορές και να αφομοιώνει τα έθνη, τάση που […] αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους κινητήρες που μετατρέπουν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό” (ό.π., σελ. 18).

δ. Η ομάδα Στάσις αναγνωρίζει, μαζί με τον Λένιν, το αδύνατο της απόσπασης του εθνικού ζητήματος από την έμπρακτη κοινωνική κυριαρχία της τάξης που το θέτει: “Η αστική τάξη, που στην αρχή κάθε εθνικού κινήματος παρουσιάζεται φυσικά σαν ηγεμόνας (καθοδηγητής) του, ονομάζει πραχτική υπόθεση την υποστήριξη όλων των εθνικών επιδιώξεων” (Β.Ι. Λένιν, “Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών”, σελ. 58). Το να διακηρύττει κανείς ότι αναμένει την εποχή που το εθνικό ζήτημα θα τεθεί από την εργατική τάξη και όχι την αστική, ωσάν να ήταν η πρώτη που εκπροσωπεί τις κυρίαρχες ιδέες εντός της αστικής κοινωνίας, είναι πρακτική ανιστόρητη σε κάθε περίπτωση και είτε αριστερίστικα ουτοπική είτε απλώς κυνικά υποκριτική. Τεράστια διαφορά έχει όμως η πραγματιστική αναγνώριση της σύνδεσης του εθνικού ζητήματος με τις ιστορικές πρωτοβουλίες της αστικής τάξης από την παθητική αποδοχή του ρόλου “ουράς” σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Είναι άλλο πράγμα να στηρίζεις την αστική τάξη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που εξυπηρετεί και τους δικούς σου σκοπούς και άλλο να ταυτίζεσαι με τις δικές της επιδιώξεις και στοχεύσεις, να γίνεσαι παθητικά “ουρά” της: “Η πολιτική όμως του προλεταριάτου στο εθνικό ζήτημα (όπως και στα υπόλοιπα ζητήματα) υποστηρίζει απλώς την αστική τάξη σε μιαν ορισμένη κατεύθυνση, ποτέ όμως η πολιτική του δεν συμπίπτει με την πολιτική της. Η εργατική τάξη υποστηρίζει την αστική τάξη μονάχα προς το συμφέρον της εθνικής ειρήνης (που η αστική τάξη δεν μπορεί να τη δώσει ολόκληρη και που είναι πραγματοποιήσιμη μονάχα στα πλαίσια μιας ολοκληρωτικής δημοκρατικοποίησης), προς το συμφέρον της ισοτιμίας, προς το συμφέρον της δημιουργίας καλύτερων όρων για την ταξική πάλη. Γι αυτό ακριβώς οι προλετάριοι προβάλλουν ενάντια στον πρακτικισμό της αστικής τάξης μια πολιτική αρχών στο εθνικό ζήτημα, υποστηρίζοντας την αστική τάξη πάντα μόνο υπό όρους” (ό.π., σελ. 58-59).

Πώς όμως εκδηλώνεται αυτή η μερική και με αυτοτελή στόχευση συμπόρευση με τις πρωτοβουλίες της αστικής τάξης (ακριβέστερα, με τα πιο προοδευτικά, δηλαδή τα πιο ανοιχτά στην εθνική συγχώνευση και ολοκλήρωση) τμήματά της; Και για αυτό το ζήτημα ο Λένιν είναι σαφής και μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το καθήκον του μαρξιστή απέναντι στο ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας και ολοκλήρωσης, γράφει, “βασικά έχει αρνητικό χαρακτήρα. Το προλεταριάτο […] δεν μπορεί να προχωρήσει στην υποστήριξη του εθνικισμού πέρα απ’ αυτό το σημείο, γιατί παραπέρα αρχίζει η ‘θετική’ δράση της αστικής τάξης, που αποβλέπει στη στερέωση του εθνικισμού” (Β.Λένιν, “Κριτικά Σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα”, σελ. 25). Με άλλα λόγια, το χρέος των μαρξιστών είναι να καταπολεμήσουν την εθνική ανισοτιμία, τις διακρίσεις σε βάρος συγκεκριμένων εθνοτικών, θρησκευτικών, γλωσσικών ομάδων, την έλλειψη δημοκρατισμού και των πλατύτερων δυνατών ελευθεριών και όχι να ενισχύουν την όποια αστική τάξη στην αναγωγή της ιδέας της εθνικής ολοκλήρωσης, ενοποίησης και ανεξαρτησίας σε προγραμματικό αυτοσκοπό, ούτε να μετατρέπονται σε χορωδία των μεταφυσικών της ενασχολήσεων με το “εθνικό πεπρωμένο” ή τον περιούσιο χαρακτήρα του έθνους “της”. Η επίλυση, στην κατεύθυνση του μέγιστου εφικτού δημοκρατισμού και ισονομίας, του εθνικού ζητήματος, αποτελεί σε κάθε περίπτωση απλό (αν και ιστορικά απαραίτητο) μέσο, ποτέ στόχο και σκοπό της δράσης των σοσιαλιστών.

Στη βάση των τεσσάρων παραπάνω αρχών, θεωρούμε, η μαρξιστική-λενινιστική προσέγγιση στο εθνικό ζήτημα διαχωρίζεται κάθετα από μια σειρά άλλων προσεγγίσεων που κυριαρχούν στο πεδίο της πολιτικής ζύμωσης και αντιπαράθεσης και που μπορούν να συνοψιστούν σχηματικά σε τρεις τάσεις:

– Την τάση του αντιδραστικού σωβινισμού, για την οποία υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες, “κυρίαρχες” και “υποτελείς” εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες, κλπ, την τάση δηλαδή της ευθείας άρνησης των αρχών του δημοκρατισμού και της ισονομίας στη διαχείριση των πληθυσμιακών ομάδων του έθνους-κράτους, όπως και την τάση του αστικού εθνικισμού, για την οποία η ολοκλήρωση της εθνικής συγκρότησης αποτελεί τη μοναδική εφικτή και νόμιμη εκπλήρωση των επιδιώξεων των εργαζόμενων μαζών.

– Την τάση του αφηρημένου αστικού προοδευτισμού, για την οποία η εθνική ολοκλήρωση και η κατανίκηση πρότερων εθνοτικών, θρησκευτικών, γλωσσικών κ.α. προλήψεων είναι συνώνυμη της εξάλειψης των κοινωνικών ανταγωνισμών εν γένει, και για την οποία είναι, κατά συνέπεια, εφικτή η κοινωνική αρμονία χωρίς τη μετατόπιση του πεδίου του ανταγωνισμού από την εθνότητα, γλώσσα, κλπ., στην κοινωνική τάξη, ωσάν να είναι εφικτή μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς ανταγωνιστικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στο ένα ή στο άλλο επίπεδο (βλέπε εδώ και την διακωμώδηση τέτοιων ουτοπικών προσδοκιών από την οργανική στροφή της καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αναβίωση των εθνικισμών και τοπικισμών που υποτίθεται ότι η ίδια η συγκρότησή της σηματοδοτούσε το οριστικό ξεπέρασμά τους).

– Την τάση της αφηρημένης ταξικής καθαρολογίας, για την οποία το εργατικό κίνημα δεν έχει καμία θέση στην πάλη για την επίλυση ενός εθνικού ζητήματος επειδή τα πλαίσιά του καθορίζονται από την κυρίαρχη τάξη και θα πρέπει απλώς να αναμένει την δια μαγείας επίλυσή του σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή, όταν θα έλθει, ανεξάρτητα από την μη παρέμβαση της εργατικής τάξης και των κομματικών της εκπροσώπων στις παρούσες συνθήκες, ο σοσιαλισμός.

ε. Η πέμπτη και τελευταία γενική αρχή που θεωρούμε ότι θεμελιώνεται από το πολύτιμο έργο του Λένιν πάνω στο εθνικό ζήτημα είναι ότι οι πιο πάνω γενικές αρχές είναι αναγκαία αλλά όχι ικανά εργαλεία ανάλυσης του κάθε συγκεκριμένου εθνικού ζητήματος· με άλλα λόγια, ότι η μαρξιστική-λενινιστική πολιτική για το εθνικό ζήτημα οφείλει να συνδυάζει την πολιτική αρχών με τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, να διασαφηνίζει για κάθε εθνικό συγκείμενο το πώς μεταφράζονται σε συγκεκριμένες συνθήκες οι γενικές αρχές τις οποίες υπερασπίζουν οι μαρξιστές, αναλαμβάνοντας βέβαια την ευθύνη και το βάρος της σωστής εκτίμησης του συνόλου των συγκεκριμένων παραγόντων που καθορίζουν κάθε εντοπισμένη στο χώρο και το χρόνο μετάφραση των πιο πάνω γενικών αρχών: “Απόλυτη απαίτηση της μαρξιστικής θεωρίας είναι, όταν εξετάζεται ένα οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα, να τοποθετείται μέσα σε ορισμένα ιστορικά πλαίσια και ύστερα, αν πρόκειται για μια χώρα (λ.χ. για το εθνικό πρόγραμμα μιας δοσμένης χώρας), να παίρνονται υπόψη οι συγκεκριμένες ιδιομορφίες που κάνουν αυτή τη χώρα να διαφέρει από τις άλλες μέσα στα όρια μιας και της ίδιας ιστορικής εποχής. […] Ούτε λόγος να γίνεται ότι οι μαρξιστές μιας δοσμένης χώρας δεν μπορούν να καταπιαστούν με την επεξεργασία του εθνικού τους προγράμματος χωρίς να υπολογίσουν όλες αυτές τις γενικές ιστορικές και συγκεκριμένες κρατικές συνθήκες” (Β.Ι. Λένιν, “Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών”, σελ. 50-51). Περνάμε λοιπόν ευθύς αμέσως σε μια συνοπτική έκθεση αυτών ακριβώς των ιδιομορφιών, των ιδιαίτερων δηλαδή χαρακτηριστικών του “Κυπριακού Ζητήματος” με τη μορφή που δημιουργήθηκε ιστορικά και με αυτή που τίθεται σήμερα.

Β. Οι συγκεκριμένοι καθορισμοί του Κυπριακού Ζητήματος

α. Το Κυπριακό Ζήτημα δεν ξεκινά το 1974, με το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή (αν και θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι ακόμα και η συμπαιγνία ανάμεσα σε αυτά τα δύο γεγονότα συχνά αποκρύπτεται σε τοποθετήσεις περί του χαρακτήρα του ζητήματος). Αυτό το οποίο συνέβη το 1974 ήταν μάλλον η αποκορύφωση και η συνεπαγόμενη στρατιωτική αποκρυστάλλωση (ως στάτους κβο) διαστάσεων που κωδικοποιήθηκαν ήδη με σαφήνεια κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, υπό την ηγεσία του Γεώργιου Γρίβα, για τη λεγόμενη “εθνική αυτοδιάθεση.” Ακόμα και οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί το σχετικό λήμμα της wikipediai είναι αποκαλυπτικές ενός (φαινομενικού μόνο) παραδόξου, που αποτελεί και το θεμέλιο της “εθνικής ιδιαιτερότητας” της Κύπρου: η ιδεολογία της ΕΟΚΑ κωδικοποιείται ως: “Αντιϊμπεριαλισμός”, “Ένωσις”, “Εθνικισμός”, “Αντικομμουνισμός”. Πώς μπορεί άραγε ένας “αντιϊμπεριαλιστικός” αγώνας να είναι επίσης αντικομμουνιστικός, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ; Η ιστορική αποτίμηση της πληθώρας χτυπημάτων στους αντίστοιχους στόχους επιβάλλει την αναγνώριση ότι ο αγώνας αυτός είχε μέτωπο τόσο απέναντι στην Αριστερά, κυρίως δε την κομμουνιστική Αριστερά και στις δύο μεγαλύτερες εθνοτικές κοινότητες της Κύπρου, όσο και απέναντι στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως τέτοια (ανεξάρτητα ιδεολογίας και βάσει εθνοτικής ταυτότητας). Το να θεωρηθεί ότι ήταν ταυτόχρονα αντιαποικιακού χαρακτήρα συνεπάγεται την αποδοχή ότι μπορεί να υπάρξει τριμέτωπος αγώνας που να μην καταλήγει στην άμεση συντριβή αυτού που τον διεξάγει. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι η ΕΟΚΑ στόχευε ταυτόχρονα, και με την ίδια ζέση, ενάντια στην αγγλική αποικιοκρατία, το αναμφισβήτητο της αντικομμουνιστικής και αντιτουρκοκυπριακής της στόχευσης μας αναγκάζει να δεχτούμε ότι το αντιαποικιοκρατικό στοιχείο δεν θα μπορούσε να είναι ο κυρίαρχος και ρυθμιστικός παράγοντας, καθώς είναι αδύνατος ένας τέτοιος αγώνας σε μια χώρα όπου προωθείται ταυτόχρονα (και δια της βίας) η εθνοτική και η ιδεολογική διαίρεση του ντόπιου πληθυσμού, ενώ αποκλείονται (και πάλι δια της βίας) τα προοδευτικότερα και δυναμικότερα οργανωμένα στοιχεία του από τη συμμετοχή. Περαιτέρω, δεν γνωρίζουμε στην ιστορία αντιαποικιακό αγώνα στερημένο από κάθε οικουμενικό πρόταγμα χειραφέτησης, πράγμα που ορθότατα είχε επισημάνει, παρά τη στήριξή του στην πολιτική της Ένωσης, ο ΓΓ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης όταν αμφισβητούσε τη γνησιότητα του αντιαποικιακού χαρακτήρα του αγώνα της ΕΟΚΑ και του ηγέτη της το 1955: “Η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν μπορεί να σημαίνει διατήρηση ή χειροτέρεψη της υποδούλωσης των τούρκων μα απελφθέρωση και για την τουρκική μειονότητα του νησιού με βάση την πλήρη εθνική αφτονομία της. Διεκδικώντας το δικαίωμα της αφτοδιάθεσης μέχρι και αποχωρισμού για τους έλληνες δε μπορούμε να αρνηθούμε αφτό το δικαίωμα στην τουρκική μειονότητα. Αλλιώς θα χαντακώναμε και την όλη υπόθεση της απελεφθέρωσης της Κύπρου. Δεν μπορείς νάσαι λέφτερος όταν κρατάς άλλο σκλάβο που σε πολεμά να λεφτερωθεί. Αφτό διακήρυξε και ο Μεγάλος Λένιν που τις μέρες αφτές τον τιμά όλη η προοδεφτική ανθρωπότητα” (“Ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τους εθνοπροδότες κυπροκάπηλους”).ii Πρώτος παράγοντας λοιπόν καθορισμού του Κυπριακού Ζητήματος είναι ο εκτρωματικός χαρακτήρας της εγκεκριμένης από την ντόπια και τις “μητροπολητικές” αστικές τάξεις πάλης για εθνική ανεξαρτησία, ο οποίος αναπόφευκτα κληροδότησε στο νεοσυσταθέν κράτος του 1960 και στην ιστορική του πορεία τα κάτωθι:

– Την αποσύνδεση του αντιαποικιακού και αντιϊμπεριαλιστικού αγώνα από το αίτημα της καθολικής χειραφέτησης που χαρακτηρίζει κάθε προοδευτικό κίνημα ιστορικά, και άρα την ακύρωση ή κένωσή τους ως τέτοιου είδους αγώνων.

– Τη σύνδεση της εθνικής πάλης με τον αντικομμουνισμό

– Την αποσύνδεση της αυτοδιάθεσης από την ανεξαρτησία, καθώς τόσο η ΕΟΚΑ όσο και οι χειροκροτητές της στην Ελλάδα (περιλαμβανομένης της έκτης Πλατιάς Ολομέλειας που διέγραψε το Ζαχαριάδη) συνέδεαν την αυτοδιάθεση από την Αγγλία με την Ένωση με την (την υπαγωγή στην) Ελλάδα (ενώ αντίστοιχες τάσεις αναπτύχθηκαν και στην άλλη πολυπληθή εθνοτική κοινότητα, την τουρκοκυπριακή).

– Την ενίσχυση, κατά συνέπεια, όλων των διαλυτικών και διχοτομικών τάσεων εντός της Κύπρου εξ αρχής, δια της οργανικής ένταξης του κυπριακού εθνικισμού στην υπηρεσία των μεγαλοϊδεατικών εθνικισμών της ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης· ο “κυπριακός εθνικός αγώνας”, με απλά λόγια, ήταν απλώς το βολικό καμουφλάζ αλλότριων εθνικών επιδιώξεων αλυτρωτικού και επεκτατικού χαρακτήρα.

– Την ενίσχυση, δια της αποδυνάμωσης της ενότητας και γνησιότητας της αντιαποικιακής πάλης, του μακροπρόθεσμου ρυθμιστικού ρόλου τόσο του αποικιοκράτη (Ηνωμένο Βασίλειο), όσο και των νατοϊκών, από το 1952, διωκτικά αντικομμουνιστικών και αυταρχικού χαρακτήρα “τοποτηρητών” που ακούνε στο όνομα ελληνική και τουρκική αστική τάξη. Κάπως έτσι, το “Κυπριακό Ζήτημα” κατέληξε να είναι ζήτημα δύο διαπλεκόμενων ζευγών εξωκυπριακών ανταγωνισμών: αυτόν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και αυτόν (πιο κεκαλυμμένα αλλά όχι λιγότερο σημαντικά) μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ (μιας και η Κύπρος αποτελεί ένα από τα τελευταία προπύργια επιρροής της πάλαι ποτέ κραταιάς Βρετανίας σε μια γεωγραφική περιοχή που πέρασε, μετά τη δεκαετία του 1950, στο σταδιακό έλεγχο του διάδοχου ιμπεριαλιστικού ηγεμόνα, των ΗΠΑ). Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, και όπως συνέβαινε ήδη στην εποχή που ο Λένιν στηλίτευε το σωβινισμό, ο “αντιϊμπεριαλισμός” γίνεται μέσο ενδο-ιμπεριαλιστικής πολεμικής, καθώς κάθε “παίχτης” (περιλαμβανομένων, όπως έδειξε ο Λένιν, αρκετών από τους “σοσιαλιστές” της εκάστοτε ιμπεριαλιστικής χώρας) εντοπίζει τον “ιμπεριαλισμό” στους αντιπάλους του, ποτέ στις στοχεύσεις της δικής του δράσης.

β. Ο δεύτερος παράγοντας του καθορισμού του Κυπριακού Ζητήματος αναδύεται, εφόσον εστιάσουμε στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήδη από την εποχή των διακοινοτικών ταραχών της περιόδου 1963-64 και περνά σε ένα στάδιο κλιμάκωσης μετά το πραξικόπημα της ελληνικής δικτατορίας και την εισβολή της Τουρκίας το 1974: πρόκειται για τον σταδιακό εκτοπισμό κυρίως του τουρκοκυπριακού πληθυσμού από τη χώρα. Βεβαίως, η μετανάστευση των Τουρκοκυπρίων είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της εκχώρησης της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Μεγάλη Βρετανία, και συνεχίστηκε με ιδιαίτερη ένταση στην περίοδο του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτό όμως το ρεύμα μετανάστευσης προστέθηκε αυτό που ανέκυψε σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας της δράσης της ΕΟΚΑ και του ενδεχομένου της Ένωσης με την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1950, καθώς και η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση που προκάλεσαν οι ταραχές του 1963-64. Μετά το 1974, το ζήτημα μπήκε σε νέα φάση επιδείνωσης για την παρουσία των Τουρκοκυπρίων λόγω της οικονομικής απομόνωσης του βορρά και της υιοθέτησης, από την πλευρά της Τουρκίας, της πολιτικής του εποικισμού (υπολογίζεται έτσι ότι 130.000 Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την ΤΔΒΚ για τη Μεγάλη Βρετανία από το 1974-5 ως σήμερα).iii Έτσι, ενώ στην ΤΔΒΚ στην παρούσα φάση διαμένουν μεταξύ 120.000 και 150.000 Τουρκοκυπρίων, ο τουρκοκυπριακής καταγωγής πληθυσμός στην Τουρκία υπολογίζεται στις 500.000 και αυτός στο Ηνωμένο Βασίλειο σις 300.000 με 400.000iv, αποτελώντας την πλειοψηφία των τουρκόφωνων μεταναστών στο Ηνωμένο Βασίλειοv (περίπου το 65%). Η συνολική λοιπόν πορεία της εξέλιξης του Κυπριακού, αρκετά πριν την ανεξαρτησία και σταθερά μετά το 1960, είναι αυτή του συνειδητού εκτοπισμού των Τουρκοκυπρίων, πρώτα μέσω των ελλαδικών επεκτατικών επιδιώξεων που εξέφρασε η τρομοκρατία της ΕΟΚΑ του Γ. Γρίβα, και κατόπιν μέσω των τουρκικών επεκτατικών επιδιώξεων που εκφράζουν οι τουρκικές κυβερνήσεις, κυρίως μετά το 1974. Η σφοδρή οικονομική κρίση που χτύπησε την Ελλάδα μετά το 2010, από την άλλη πλευρά, διόγκωσε απότομα τον αριθμό των μεταναστών από την Ελλάδα στο έδαφος της κολοβής, από το 1963 και μετά, Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εσωτερικών, μόνο από το 2010 ως το 2015 μετανάστευσαν στην Κύπρο 31.474 Έλληνεςvi, τη στιγμή που το σύνολο του πληθυσμού στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2011 ήταν 838.897vii (ποσοστό δηλαδή γύρω στο 3.75% του συνολικού πληθυσμού της Κ.Δ με στοιχεία 2011, και 5.5% του συνολικού αριθμού των ελληνοκυπρίων κατά το 2014 (όταν ο αριθμός τους υπολογίζονταν σε 572.000viii και με πτωτική τάση πληθυσμιακής μεταβολής). Όσο για τον αριθμό των Τούρκων εποίκων, αν και δεν υπάρχουν ακριβή και αξιόπιστα στοιχεία, θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι είναι κατά τι τουλάχιστο μεγαλύτερος αυτού των Τουρκοκυπρίων εντός των κατεχομένων.ix

Συνοπτικά λοιπόν, έχουμε μια κατάσταση στην οποία:

– Ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων εκτός Κύπρου είναι πολλαπλάσιος αυτού εντός των κατεχομένων εδαφών

– Ο αριθμός των Τούρκων εποίκων είναι μεγαλύτερος των Τουρκοκυπρίων εντός των κατεχομένων εδαφών

– Ο πληθυσμιακός συσχετισμός ελλαδιτών και ελληνοκυπρίων εντός της Κ.Δ έχει μεταβληθεί σημαντικά στην περίοδο μετά το 2010, σε βάρος των δεύτερων

Τι σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι το άλυτο στο παρόν “Κυπριακό Ζήτημα” τείνει όλο και περισσότερο να μετατραπεί σε Ελληνο-Τουρκικό ζήτημα, και όχι απλώς στο επίπεδο της στρατιωτικής πρώτιστα ισχύος των δύο “μητέρων πατρίδων” που αποτελούν, μαζί με το ΗΒ, τις “εγγυήτριες δυνάμεις”, αλλά στο επίπεδο της ίδιας της πληθυσμιακής σύστασης της Κύπρου. Σημαίνουν ότι εδώ και δεκαετίες, και με μια σειρά αφορμών, το ίδιο το υποκείμενο που ονομάζεται κυπριακός λαός, εξ ονόματος του οποίου μιλούν, συχνά μελοδραματικά, όλοι οι εμπλεκόμενοι, περιθωριοποιείται σταθερά ως ρυθμιστής της μοίρας της Κύπρου (ας ληφθεί εδώ υπόψει ότι μια σειρά παραγόντων που διαμόρφωσαν θετικές ή εξισορροπητικές συνθήκες για την Κύπρο—η ύπαρξη του Σοβιετικού μπλοκ, ο Αραβικός κοσμικός και αντιαποικιακός εθνικισμός, η Συμμαχία των Αδεσμεύτων—έχουν πάψει να υφίστανται ή να παίζουν εξισορροπητικό ρόλο). Σημαίνει, κατά συνέπεια, ότι η επίλυση του εθνικού ζητήματος είναι πλέον συνώνυμη με την ίδια την ιστορική επιβίωση του Κύπριου ως πολιτικο-ιστορικού υποκειμένου και η μη επίλυσή του συνώνυμη με την εξαφάνισή του από τον ιστορικό χάρτη, με τη θέση του να εκχωρείται πλέον τελεσίδικα στα δύο έθνη-κράτη τα οποία συνδιαμόρφωσαν το Κυπριακό Ζήτημα ως Διεθνές πρόβλημα προς λύση. Αυτή η διαπίστωση μάς οδηγεί στον τρίτο καθορισμό, ο οποίος είναι, κατά την άποψή μας, ο ορατότερος στη δημόσια συζήτηση και ταυτόχρονα ο προβληματικότερος: αυτός των “ενεργειακών ανταγωνισμών”.

γ. Το βασικό επιχείρημα τόσο μιας μερίδας της αστικής τάξης που επιδιώκει κάποιου είδους διευθέτηση του Κυπριακού Zητήματος όσο και της κριτικής στην υπό διαπραγμάτευση επίλυση από μαρξιστική υποτίθεται σκοπιά αφορά στη σημασία της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου που εντοπίστηκαν στην ΑΟΖ της Κύπρου και τους ανταγωνισμούς που προκύπτουν στη βάση αυτής της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η ίδια η προφάνεια της αντιδικίας και σύγκρουσης για τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων και της διακόμισής τους τείνει να συσκοτίσει ορισμένα βασικά στοιχεία για τη φύση των ενεργειακών ανταγωνισμών σήμερα.

Η ενέργεια, ως γνωστό, αποτελεί σημαντικότατο εμπόρευμα για έναν βασικό και θεμελιώδη λόγο: είναι αυτό που κινεί τη βιομηχανική παραγωγή. Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για “ενεργειακούς ανταγωνισμούς” αυτό που υποδηλώνεται σχεδόν αυτόματα είναι ότι πρόκειται για ανταγωνισμούς στα πλαίσια του ανταγωνισμού για μεγαλύτερη σε όγκο και φτηνότερη βιομηχανική παραγωγή. Προκύπτει όμως έτσι άμεσα ένα πρώτο ερώτημα: με δεδομένο ότι όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι η πορεία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας έχει στον ένα ή τον άλλο βαθμό ανακοπεί σε ό,τι αφορά τους αναπτυξιακούς της ρυθμούς μετά την έκρηξη της χρηματοπιστωτικής “φούσκας” το 2008, με δεδομένο ότι σε πλειάδα ισχυρών οικονομικά κρατών οι ρυθμοί ανάπτυξης έχουν μείνει παγωμένοι σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα, με δεδομένο ότι η κρίση έχει δημιουργήσει σταθερές τάσεις υποκατανάλωσης σε σειρά χωρών, λιμνάζοντα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια και συρρίκνωση της αγοράς, για ποιο λόγο να υπάρχουν ανταγωνισμοί που αποσκοπούν εξ ορισμού σε περισσότερη βιομηχανική παραγωγή;

Θα ανέμενε κανείς, περαιτέρω, ότι εφόσον έχουν οξυνθεί οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί, εφόσον δηλαδή έχει οξυνθεί η διαπάλη μεταξύ κρατών για την εκμετάλλευση και διακίνηση των ενεργειακών πηγών, η τιμή της ενέργειας θα είχε αυξηθεί αντίστοιχα. Όμως τα στοιχεία του OPECx για την τιμή του ακατέργαστου πετρελαίου δείχνουν πτώση από τα 107.46 δολάρια το βαρέλι το 2011 σε λιγότερο από το μισό, 40.68 μόλις δολάρια το βαρέλι το 2016. Όπως εύλογα παρατηρεί το CNN Money, και με αφορμή την οικονομική κατάρρευση της Βενεζουέλα, που είναι ένα από τα μεγάλα οικονομικά θύματα της κάθετης πτώσης στην τιμή του πετρελαίου (Ρωσία και Σαουδική Αραβία αντιμετώπισαν επίσης σημαντικότατες οικονομικές συνέπειες από την τάση της περιόδου), “o βασικός λόγος για τις τόσο χαμηλές τιμές είναι ότι υπάρχει υπερβολικά πολύ διαθέσιμο πετρέλαιο παγκόσμια”.xi

Στην περίοδο μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, τέλος, ανέκυψαν τρία βασικά μέτωπα ιμπεριαλιστικής παρέμβασης, όλα σε χώρες πλούσιες σε ενεργειακά κοιτάσματα ή/και σε υποδομές διακομιδής ενέργειας σε άλλες χώρες: Λιβύη, Ουκρανία, Συρία. Θα ανέμενε κανείς ότι, εφόσον οι “ενεργειακοί ανταγωνισμοί” αφορούν ποιος θα εκμεταλλευτεί περισσότερο τα ενεργειακά κοιτάσματα για να αυξήσει την παραγωγή του, το αίμα που χύθηκε σε αυτές τις τρεις χώρες θα μεταφραζόταν σε αύξηση της παραγωγής ενέργειας. Ας δούμε τα σχετικά στοιχεία:

Λιβύη:

enter image description here

Ουκρανία:

enter image description here

Συρία: enter image description here

Αναμφισβήτητα, η περίοδος την οποία διανύουμε μετά το 2008 έχει δει μια σειρά μεγαλεπίβολων σχεδίων για την εκμετάλλευση και διακομιδή ενεργειακών κοιτασμάτων· αλλά εξίσου αναμφισβήτητα, κανένα από αυτά δεν έχει περάσει στο στάδιο της υλοποίησης. Αναμφισβήτητα, επίσης, η ίδια περίοδος στιγματίζεται από πολεμικές και ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα συγκρούσεις· αλλά εξίσου αναμφισβήτητα, καμία από αυτές δεν έχει οδηγήσει είτε σε ένταση της εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πηγών ούτε σε κάποια σαφή κατεύθυνση στον παγκόσμιο συσχετισμό: παρά τις τεράστιες καταστροφές που προκλήθηκαν κυρίως στη Συρία και δευτερευόντως στην Ουκρανία, για παράδειγμα, το γεωπολιτικό και οικονομικό τους μέλλον παραμένει ασαφές και ρευστό, καθώς όλες οι εμπλεκόμενες στις συγκρούσεις δυνάμεις κάνουν “ένα βήμα μπρος και δύο βήματα πίσω”, χωρίς καμία από αυτές να μπορεί να ειπωθεί ότι έχει επιβάλλει με επιτυχία τα όποια σχέδιά της, ενώ η ίδια η κατάστασή τους σήμερα μπορεί να περιγραφεί με το παράδοξο “ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη”xii (παραμένει επιπρόσθετα ασαφές ποια, άλλη από μια παρατεταμένη αστάθεια και έλλειψη κατεύθυνσης, είναι η τελική κατάληξη της δυτικής επέμβασης στη Λιβύη). Επιστρέφοντας στο κυπριακό: αναμφισβήτητο είναι ότι τμήμα των αστικών τάξεων των εμπλεκομένων χωρών έκανε λόγο για τις αναπτυξιακές δυνατότητες και ευκαιρίες που θα πρόσφερε μια λύση στα δικά τους μέτρα· αναμφισβήτητο, εξίσου όμως, είναι ότι κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν φαίνεται αποφασισμένος να “κινήσει ουρανό και γη” για να έλθει αυτή η επίλυση, ότι οι βασικοί εμπλεκόμενοι είναι “με το ένα πόδι μέσα και το ένα έξω” από τις διαπραγματεύσεις, και ότι, παρά τις πομπώδεις γενικολογίες για τον “ιμπεριαλισμό που καίγεται για λύση στο Κυπριακό ώστε να εκμεταλλευτεί τους ενεργειακούς πόρους”, οι εμπλεκόμενοι παράγοντες κινούνται με την ίδια διστακτικότητα και επιφυλακτικότητα απέναντι στην προοπτική που βλέπει κανείς στις κινήσεις τους σε άλλες ζώνες διεθνούς εμπλοκής.

Αυτό που συγκρατούμε από τα παραπάνω ως ομάδα είναι δύο πράγματα:

– πρώτο, ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία το σε ποιο πλαίσιο εντάσσει κανείς την έννοια “ενεργειακοί ανταγωνισμοί”, πράγμα που η συντριπτική πλειοψηφία όσων χρησιμοποιούν την έννοια αποφεύγει να κάνει: είναι εντελώς διαφορετική η φύση των ενεργειακών ανταγωνισμών σε οικονομικά περιβάλλοντα αναπτυξιακής δυναμικής, φιλοδοξίας και αυτοπεποίθησης των αστικών τάξεων που εμπλέκονται, και σε περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από την μακροπρόθεσμη επενδυτική ατολμία, την παρατεταμένη ύφεση, την συνολικά ανεπίλυτη ως τα τώρα αδυναμία κίνησης λιμναζόντων κεφαλαίων (ενδείξεις που παραπέμπουν σε μια καπιταλιστική κρίση κάθε άλλο παρά κυκλική). Στην πρώτη περίπτωση, αυτή του φυσιολογικού στο στάδιο του φιλελεύθερου καπιταλισμού κύκλου κρίσης και ανάκαμψης, οι συγκρούσεις αποσκοπούν στην ηγεμόνευση αυτού που εμπλέκεται πάνω σε ανταγωνιστές, σε “θετικό” δηλαδή στόχο· στη δεύτερη, αυτή της μακροπρόθεσμης και χωρίς σαφή προοπτική διεξόδου κρίσης, είναι αρκετά πιθανότερο να έχουν ως κύριο (και “αρνητικό”) στόχο την παρεμπόδιση των αντιπάλων, δηλαδή να αφορούν πρώτιστα την καταστροφή δυνητικών πλεονεκτημάτων άλλων και όχι την επιβολή μιας συγκεκριμένης αναπτυξιακής κατεύθυνσης.

– δεύτερο, ότι το σύνολο των στοιχείων της περιόδου, όπως συνοπτικά παρουσιάστηκε πιο πάνω, δεν τεκμηριώνει ότι αυτό που εμφορείται από τους “ενεργειακούς ανταγωνισμούς” εντάσσεται στην πρώτη από αυτές τις κατευθύνσεις, και συνεπώς ότι δεν είναι καθόλου σαφές ούτε ότι οι αστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιδιώκουν λύση με κάθε μέσο και κόστος για να εκμεταλλευτούν ενεργειακές δυνατότητες, ούτε ότι το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να ερμηνευτούν οι επιδιώξεις και κινήσεις των εμπλεκόμενων αστικών τάξεων είναι γενικά και αφηρημένα οι “ενεργειακοί ανταγωνισμοί”.

δ. Ο τελευταίος δομικός καθορισμός που θεωρούμε σημαντικό, κυρίως στην παρούσα συγκυρία, αφορά τη ιδιαίτερα επίφοβη σύμπτωση των συνολικών πληθυσμιακών μετατοπίσεων που αναλύσαμε πιο πάνω με τις αρνητικές εξελίξεις στα εσωτερικά Ελλάδας και Τουρκίας κατά την περίοδο μετά το 2010. Πρώτον, πρώτα η Ελλάδα και σε κατοπινό στάδιο και η Τουρκία εισήλθαν σε έντονες οικονομικές κρίσεις, παρά το γεγονός ότι η αντοχή της τουρκικής οικονομίας σε μια περίοδο όπου η ελληνική καταβαραθρώθηκε άνοιξε την “ψαλίδα” ανάμεσα στις αστικές τάξεις των τοποτηρητών της Ανατολικής Μεσογείου σε όφελος της Τουρκίας. Δεύτερον, η οικονομική κρίση οδήγησε και τις δύο χώρες σε πολιτικές κρίσεις, σε ένταση του αυταρχισμού και της κρατικής καταστολής, σε περιστολή των βασικών πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών και σε ενίσχυση των φασιστικών τάσεων. Στην παρούσα φάση λοιπόν, Ελλάδα και Τουρκία επηρεάζουν το Κυπριακό Ζήτημα ως πολλαπλά ανασταλτικοί παράγοντες: επειδή η ισχύς τους πάνω στην ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή αστική τάξη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε “φρένο” στην περαιτέρω ανάπτυξή τους· επειδή η στρατιωτική τους ισχύς αποκτά όλο και μεγαλύτερο βάρος για τον έλεγχό τους στις “όμορρες” αστικές τάξεις (υπό την κεκαλυμμένη και εύσχημη απειλή των “εγγυητριών ασφάλειας”)· επειδή και οι δύο αποτελούν σε βάθος χρόνου αλλά και με ιδιαίτερη ένταση μετά το 2010, εξαγωγείς νατοϊσμού, αφενός, και φασισμού αφετέρου (αρκεί η αναφορά στον πρωταγωνιστικό ρόλο της “Χρυσής Αυγής” για την ίδρυση και συγκρότηση του αδελφού ΕΛΑΜ στην Κ.Δ και στην διόγκωση της φασιστικής απειλής μέσω των λούμπεν δικτύων στήριξης του AKP, των Γκρίζων Λύκων, κλπ. στα κατεχόμενα εδάφη). Υπό αυτό το πρίσμα, επίσης, η ανεξαρτητοποίηση, ο αποχωρισμός της κυπριακής αστικής τάξης από αυτές των “μητέρων πατρίδων” είναι σαφώς πιθανότερο να εξασφαλίσει κάποιες στοιχειώδεις ελευθερίες στα εργατικά και λαϊκά στρώματα της Κύπρου από ό,τι η διαιώνιση του υφιστάμενου στάτους κβο, που ήδη, και με αφορμή τις “πατριωτικές” συγχορδίες ετερογενών πολιτικών χώρων σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία έχει πέραν πάσης αμφιβολίας ενισχύσει το σωβινισμό, τη μισαλλοδοξία, και την απολογητική σε ιδεολογίες έμμεσης τουλάχιστον “εθνοκάθαρσης” και στις τρεις χώρες σε ό,τι αφορά το Κυπριακό. Η λεγόμενη “περιρρέουσα” που διαμορφώνεται στο νησί, ελέω, σε μεγάλο βαθμό, και της παρέμβασης των κομματικών μηχανισμών των “μητέρων πατρίδων”, “αριστερών” και “δεξιών”, είναι σκοτεινότερη και απειλητικότερη για ένα προοδευτικό και δημοκρατικό (πόσο μάλλον σοσιαλιστικό) μέλλον του κυπριακού λαού από ποτέ.

  1. Οι κατευθύνσεις που θεωρούμε ζωτικές για τη μορφή επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος

Η πιο πάνω θεμελίωση γενικών αρχών μαρξισμού-λενινισμού πάνω στο εθνικό ζήτημα και η ανάλυση των συγκεκριμένων καθορισμών του Κυπριακού Ζητήματος οδηγεί την ομάδα Στάσις στα πιο κάτω:

– Πρώτο, στη θέση ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πλαισίωση της συζήτησης για την επίλυση του εθνικού ζητήματος γίνεται, όπως πάντα από την αστική τάξη, αποτελεί μαρξιστική υποχρέωση η παρέμβαση στους υφιστάμενους, υπαρκτούς όρους αυτής της συζήτησης. Με άλλα λόγια, οι μαρξιστές οφείλουν να τοποθετούνται συγκεκριμένα και με βάση τα υπαρκτά δεδομένα, και όχι να υπεκφεύγουν καταφεύγοντας είτε σε μελλοντικές και χιλιαστικού χαρακτήρα προσδοκίες είτε σε αποκλειστικά αρνητικές και καταστροφολογικές διαπιστώσεις ότι δεν μπορεί να υπάρξει λύση όσο δεν λύνεται συνολικά το ζήτημα της εξουσίας (το να λυθεί συνολικά είναι δική τους δουλειά, όχι μεταφυσικά “της ιστορίας” και εξαρτάται από την ορθή τους τακτική σε κάθε ιστορική στιγμή και για κάθε πολιτικό δίλημμα).

– Δεύτερο, στη θέση ότι είναι επί της αρχής ασύμβατη με τον μαρξισμό-λενινισμό κάθε προσέγγιση στο κυπριακό που αποδέχεται, άμεσα ή έμμεσα, τη ντε φάκτο διχοτόμηση της κυπριακής εργατικής τάξης, τον πολιτισμικό, εθνοτικό, γλωσσικό και θρησκευτικό σωβινισμό, την άρνηση ισοτιμίας και τον μέγιστο εφικτό δημοκρατισμό στην κρατική διοίκηση. Σε αυτές τις απαράδεκτες επί της αρχής προσεγγίσεις ανήκουν και όλες ανεξαιρέτως οι προσεγγίσεις στους Τουκοκύπριους ως απλής “μειονότητας” που δεν δικαιούται τίποτε άλλο παρά περιορισμένα πολιτιστικά δικαιώματα, καθώς, βέβαια, και όλες τους οι αναπαραστάσεις ως ενσυνείδητης ή ασυνείδητης “πέμπτης φάλαγγας” του “εχθρού”.

– Τρίτο, στη θέση ότι για τους πιο πάνω λόγους, το κυπριακό κράτος είτε θα είναι δικοινοτικό (όπως ήταν ήδη στο Σύνταγμα του 1960) είτε δεν θα υπάρξει, παρά μόνο ως ένα μεταβατικό έκτρωμα προς προσάρτηση στις αντιδραστικές νατοϊκές δυνάμεις Ελλάδα και Τουρκία.

– Τέταρτο, στη θέση ότι η απτή μορφή των εξελίξεων που υπαγορεύτηκαν από τη δράση ΕΟΚΑ, ΤΜΤ, και άλλων ακροδεξιών παρακρατικών ομάδων, τόσο κατά τη δεκαετία του 1950 όσο και κατά τις Διακοινοτικές Συγκρούσεις του 1963-64 και αργότερα, επιβάλλει ως αναγκαία μορφή του κυπριακού κράτους τη Διζωνικότητα, τουλάχιστο για μια μεταβατική περίοδο απαραίτητη για την ουσιαστική αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των εθνοτήτων και την οικοδόμηση των λαϊκών εκείνων θεσμών αλληλεγγύης και κοινού αγώνα που αποτελούν το μόνο βιώσιμο και μακροπρόθεσμο εχέγγυο συντριβής της μισαλλοδοξίας και του εθνοτικού σπαραγμού σε κάθε χώρα.

Στη βάση των τεσσάρων αυτών θέσεων, η ομάδα Στάσις υπογραμμίζει την κρίσιμη σημασία που έχουν—για μια ουσιώδη και βιώσιμη για τα λαϊκά στρώματα, την εργατική τάξη και τα προοδευτικά στοιχεία των μικροαστικών στρωμάτων λύση του Κυπριακού—οι πιο κάτω κατευθύνσεις διεκδίκησης του λαϊκού κινήματος και στις δύο κοινότητες:

Διακυβέρνηση:

– Θεωρούμε ως απόλυτη αναγκαιότητα για τη βιωσιμότητα και τη λειτουργικότητα του ομόσπονδου κράτους, να διασφαλιστεί όπως οι τομείς της Παιδείας, της Υγείας και των Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπάγονται αποκλειστικά κάτω από τις αρμοδιότητες του ομόσπονδου κράτους και κατοχυρώνονται συνταγματικά.

– Να διασφαλίζεται στο μέγιστο δυνατό βαθμό η πολιτική ισότητα και αντιπροσώπευση των κοινοτήτων σε όλους τους τομείς διακυβέρνησης.

– Να διασφαλίζεται ότι θα εφαρμόζεται η εκλογή αξιωματούχων με την μορφή της διασταυρούμενης ψήφου.

– Να υπάρχει κοινό εργασιακό πλαίσιο κατοχυρωμένο από το σύνταγμα, το οποίο και θα επιβλέπεται από τις συντεχνίες.

Ασφάλεια – Εγγυήσεις:

– Καθόλα σημαντικός και απαραίτητος για την διασφάλιση της εφαρμογής της λύσης είναι ο ορισμός του πλαισίου λειτουργίας της ομόσπονδης αστυνομικής και στρατιωτικής δύναμης. Οι ομόσπονδες στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις κατά την άποψη μας θα πρέπει να είναι στελεχωμένες με ίσο αριθμό μελών από όλες τις κοινότητες και να έχουν ρητές και συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες οι οποίες και θα συμπεριλαμβάνουν την μηδενική ανοχή σε οποιεσδήποτε εκφάνσεις φυλετικού, θρησκευτικού, σωβινιστικού και εθνικιστικού μίσους, καθώς επίσης και στην διασφάλιση της ασφάλειας του κράτους από οποιαδήποτε εξωτερική απειλή.

– Θεωρούμε ως μοναδική λειτουργική και πιθανά αποδεκτή μορφή εγγυήσεων την διασφάλιση εφαρμογής της ενδεχόμενης συμφωνίας επίλυσης από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Οποιοδήποτε σενάριο εμπλοκής πολυεθνικής στρατιωτικής ή αστυνομικής δύναμης θα αποτελέσει την απαρχή της οριστικής νατοποίησης του νησιού.

– Θεωρούμε ως συζητήσιμο το ενδεχόμενο παραμονής μικρής στρατιωτικής δύναμης της Τουρκίας και της Ελλάδας (και υπό την αυστηρή επίβλεψη και επιτήρηση των ομόσπονδων οργάνων ασφαλείας), για αυστηρά προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και μόνο για διασκέδαση των δικαιολογημένων ανησυχιών και ανασφαλειών των συνιστώντων κοινοτήτων κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής της λύσης.

Βρετανικές Βάσεις:

Οι βρετανικές βάσεις, ως απότοκο της αποικιοκρατίας και της διαμάχης μεταξύ ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, αποτελούν ένα μόρφωμα που χρησιμοποιείται για να προάγει τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα κυρίως της ίδιας της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά κατ’ επέκταση και του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η ύπαρξη τους και μετά την ενδεχόμενη λύση του κυπριακού προβλήματος αποτελεί δυστυχώς δεδομένο που, με όρους ρεαλισμού, δεν είναι σε θέση να το αμφισβητήσει αυτή τη στιγμή το υφιστάμενο εργατικό κίνημα, καθώς βρίσκεται, με βασική ευθύνη τόσο του άλυτου χαρακτήρα του εθνικού ζητήματος, όσο και της συνολικής ιστορικής στάσης της κυπριακής αριστεράς, πολύ πίσω από τις απαιτήσεις συνθηκών που θα μπορούσαν να θέσουν την ύπαρξη των Βρετανικών βάσεων έμπρακτα σε αμφισβήτηση στο πλαίσιο οποιασδήποτε κοινά αποδεκτής λύσης (αν και δεν πρέπει να λησμονείται ότι ακόμα και σε περιπτώσεις όπου είχαμε επαναστατική ανατροπή, όπως στην Κούβα, εξακολουθεί να παραμένει άλυτο το ζήτημα της παραμονής ιμπεριαλιστικών βάσεων που εξασφάλισαν την ύπαρξή τους μέσω των Συνταγματικών ρυθμίσεων που συνόδευσαν την τυπική ανεξαρτητοποίηση).xiii

Ως θύμα της συμπαιγνίας της αποικιοκρατίας με την Ψυχροπολεμική δράση της ακροδεξιάς στην περιοχή, η Κύπρος κληρονόμησε στην ίδια την Συνθήκη Εγκαθίδρυσής της ως Δημοκρατίας ένα καθεστώς απαράδεκτο για σύγχρονο έθνος-κράτος, το οποίο αποτελεί όνειδος για κάθε όραμα εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Κατανοούμε τις πραγματιστικές δυσκολίες που αυτό δημιουργεί διαπραγματευτικά και δε συμμεριζόμαστε τον ανέξοδο μαξιμαλισμό απαιτήσεων· από την άλλη πλευρά, είναι αδύνατο να παραμείνεις μαρξιστής-λενινιστής και να συμφιλιωθείς παθητικά με τη διαιώνιση της αποικιοκρατίας στον 21ο αιώνα στο όνομα οποιουδήποτε πραγματισμού.

Θεωρούμε κατά συνέπεια θεμελιακό καθήκον για το λαϊκό κίνημα, πριν και μετά την λύση, τη σύσταση ενιαίου αντιϊμπεριαλιστικού μετώπου των δύο κοινοτήτων που θα θέτει τους άξονες και θα οριοθετεί τα τακτικά μέσα της πάλης, εντός και εκτός της Κύπρου, ενάντια στην ύπαρξη και λειτουργία των βρετανικών βάσεων στο νησί και των οποιονδήποτε επιχειρήσεων, στο έδαφος των βρετανικών βάσεων, ενάντια σε κράτη και τους λαούς τους στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Βορείου Αφρικής κλπ.


Πιστοί στις αρχές του μαρξισμού – λενινισμού και στην πρόθεση μας για επίλυση του κυπριακού προβλήματος αλλά και για επανένωση του λαού μας, και απόλυτα πεπεισμένοι ότι μια ενδεχόμενη λύση με τη μορφή ΔΔΟ, παρόλες τις προβληματικές πτυχές της και ιδιαιτερότητες, θα αποτελέσει το πρώτο βήμα για την πολυπόθητη από κοινού πάλη του κυπριακού λαού, προς μια Κύπρο πραγματικά απελευθερωμένη από κάθε μορφή καταπίεσης, για μια Κύπρο πραγματικά ελεύθερη, σοσιαλιστική.

Η Ομάδα Στάσις

i Βλ. https://el.wikipedia.org/wiki/ΕθνικήΟργάνωσιςΚυπρίων_Αγωνιστών

ii https://parapoda.wordpress.com/2016/04/03/ν-ζαχαριάδη-ενάντια-στους-ιμπεριαλισ/

iii https://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_Cypriots

iv https://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_Cypriots

v https://en.wikipedia.org/wiki/Turkish_Cypriot_diaspora

vi http://www.e-radio.gr/post/63892/h-metanasteysh-twn-ellhnwn-ta-xronia-ths-krishs-se-arithmoys

vii https://el.wikipedia.org/wiki/ΑπογραφήΠληθυσμού_2011(Κύπρος)

viii http://www.tanea.gr/news/politics/article/5130198/meiopshfia-o-ellhnokypriakos-plhthysmos-sthn-kypro-symfwna-me-meleth/

ix Το Υπουργείο Εξωτερικών της Κ.Δ, σε τοποθέτησή του το 2006, υπολόγιζε τους εποίκους σε 160.000 και τους Τουρκοκύπριους σε 88.000, δηλαδή περίπου σχέση 2:1. http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa15_gr/mfa15_gr?OpenDocument

Σε άρθρο της εφημερίδας “Πολίτης” (2014), και σε διόρθωση του αριθμού που έδωσε το Ινστιτούτο Δημογραφικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής Κύπρου, ο αριθμός συνολικά των κατοίκων της ΤΔΒΚ υπολογίζεται σε 300.000-400.000. http://politis.com.cy/article/dimo-sio-grafia-tou-kafene-kai-epikinduni

x www.statista.com/statistics/262858/change-in-opec-crude-oil-prices-since-1960

xi http://money.cnn.com/2016/08/17/news/economy/venezuela-oil-prices/

xii Βλ. Ανακοίνωση της Ομάδας Εθελοντών του Ντονμπάς Interunit: “Υπάρχουν ακόμα καθημερινές συγκρούσεις και οι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν, αλλά μέρα με τη μέρα οι στρατιωτικές δραστηριότητες μειώνονται. Έχουμε μια κατάσταση «ούτε πολέμου ούτε ειρήνης» που ενδεχομένως να συνεχιστεί για αρκετά χρόνια.” https://solidarityantifascistukraine.wordpress.com/2017/01/23/interunit_anastellei_stratiwtikes_drasthriothtes_sto_donbass/

xiii Για το νομικά συγγενές ζήτημα της επονείδιστης παραμονής της βάσης του Γκουαντανάμο στην Κούβα, βλ. http://www.coha.org/the-guantanamo-base-a-u-s-colonial-relic-impeding-peace-with-cuba/

http://stasiscy.com/2017/01/31/%CE%B7-%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA/

Γυμνοί στο φως της μέρας

Ας δούμε τα πράματα από μιαν άλλη, ‘αιρετική’ , οπτική γωνία. Είδαμε έναν Αναστασιάδη να διακόπτει τις συνομιλίες στο Μοντ Πελεράν σ΄ένα πολύ κρίσιμο σημείο για να πάει να διαβουλευτεί με τον……. Κοτζιά αφήνοντας σύξυλους τους συνομιλητές του.

Είχαμε το γνωστό έγγραφο Κοτζιά (το οποίο αποσύρθηκε αργότερα) όπου η Ελλάδα έθετε την γενική αποδοχή της κατάργησης των εγγυήσεων σαν προϋπόθεση για να παρακαθίσει στις συνομιλίες που είχαν αντικείμενο τη συζήτηση των εγγυήσεων!!

Είχαμε την ‘ευφάνταστη’ ιδέα της δημιουργίας τεχνικών επιτροπών όπου θα συζητούνταν τεχνικά θέματα που αφορούσαν στρατεύματα και εγγυήσεις πριν να συμφωνηθούν οι πολιτικές αρχές και κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να προσδώσουν ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο σ΄αυτές τις τεχνικής φύσεως συζητήσεις. Μέχρι τώρα είχα την αφελή εντύπωση ότι οι τεχνικές συζητήσεις έπονται και δεν προηγούνται μιας καταρχήν πολιτικής συμφωνίας.

Με την διακοπή / κατάρρευση της διάσκεψης της Γενεύης και με τη παραπομπή του θέματος των εγγυήσεων στις τεχνικές επιτροπές αποδυναμώθηκε η πάγια τακτική της ε/κ πλευράς να προχωρήσει σε διασταυρούμενη συζήτηση των κεφαλαίων όπου θα μπορούσε για παράδειγμα να ‘δώσει’ στη διακυβέρνηση και να ‘πάρει’ στις εγγυήσεις ή στα μονομερή επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας . Με τις τεχνικές επιτροπές σταματά η διασταυρούμενη διαπραγμάτευση και δεν προχωρεί ούτε και το κεφάλαιο της διακυβέρνησης. Όλα παγώνουν . Μακάρι να έχω λάθος.

Είδαμε τη σκλήρυνση της στάσης της κατοχικής δύναμης και τη προβολή ανόητων δηλώσεων του Ερτογάν και της κυβέρνησης του. Για παράδειγμα, διαβάσαμε χωρίς να γελάσουμε ότι δίνει την ανοικτή περιοχή της Αμμοχώστου με την πανεπιστημιούπολη των 50 χιλιάδων και βαλε φοιτητών για να πάρει τα Κόκκινα των μηδέν κατοίκων!! Και το κυριότερο, οι δηλώσεις του έγιναν μετά που κατατέθηκαν οι χάρτες των δύο πλευρών και που ουδόλως επιβεβαιώνουν (σύμφωνα με δηλώσεις τις ε/κ πλευράς) αυτά που λέγει !! Είτε ο άνθρωπος δεν κατέχει το κυπριακό ή ο αυταρχισμός και η αλαζονεία του δεν τον αφήνουν να δει πόσο ανόητος γίνεται με αυτές του τις δηλώσεις .

Βιώνουμε την λυσσαλέα αντίδραση της κυβέρνησης του βορρά (μη αναγνωρισμένης για να μην παρεξηγούμαστε ) ενάντια σε κάθε προοπτική λύσης σε πλήρη συγχορδία με τους απ’ εδώ εθνικιστές που τέθηκαν σε συναγερμό αμέσως μόλις είδαν κάποια πιθανότητα επανένωσης του τόπου. Είχαμε επίσης τις δηλώσεις των ε/κ ναζί ότι θα τους βρίσκουμε πάντοτε απέναντι μας στον αγώνα μας για επανένωση. Το ίδιο και με τα υπολείμματα της ΤΜΤ απειλώντας ακόμη και με θάνατο τους τ/κ καθηγητές και δασκάλους που αγωνίζονται και αυτοί για την επανένωση και ειρηνική συμβίωση.

Είδαμε τέλος, έναν Ακκιντζί (που όλοι όσοι θέλουμε να δούμε κατάφατσα τη πραγματικότητα αναγνωρίζουμε τα πολύ δύσκολα αντικειμενικά δεδομένα που αντιμετωπίζει) να προσπαθεί να καταθέσει συμβιβαστικές προτάσεις σε μια προσπάθεια να διασώσει τη διαδικασία , όπως για παράδειγμα την μεταβατικότητα της παραμονής του στρατού, την αλλαγή της συνθήκης εγγύησης που να διαφοροποιεί το εύρος των εγγυητικών δικαιωμάτων και τις διαδικασίες ενεργοποίησης τους. Κανείς δεν αναμένει να γίνουν εκ προοιμίου αποδεκτές οι προτάσεις του. Θα μπορούσαν όμως να δημιουργήσουν μια βάση για αντιπροτάσεις που να κτίζουν γέφυρες. Ακούει κανείς ;; Κάνει κανείς κάτι;;

Με αυτά και με πολλά άλλα φτάσαμε στον σημερινό εκφυλισμό της όλης διαδικασίας των συνομιλιών με τη πλάστιγγα να γέρνει υπέρ ακόμη ενός αδιέξοδου. Ενός αδιεξόδου που αυτή τη φορά δεν εγγυάται την ‘κανονικότητα ‘ των προηγούμενων χρόνων.

Τελικά τα συμφέροντα είναι πολύ πιο ισχυρά απ΄ότι εμείς ο λαουτζίκος φανταζόμαστε . Χρειάζεται μια νέα αρχιτεκτονική αντίστασης από τα κάτω αν πρόκειται να εμποδίσουμε τον τελικό θρίαμβο των εθνικισμών στην Κύπρο με την οριστική διχοτόμηση . Ο ιστορικός ρόλος του αριστερού κινήματος στις προσπάθειες επανένωσης των Κυπρίων κάτω από την ομοσπονδιακή ομπρέλα αποτελεί στις μέρες μας ίσως τη μοναδική αχτίδα ελπίδας που μας απομένει.

Λαός πρωταγωνιστής και όχι θεατής

Αναντίλεκτα, οι εξελίξεις στο Κυπριακό βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο. Ανεξαρτήτως από την έκβαση των συνομιλιών, οι λαϊκές δυνάμεις, οι άνθρωποι της εργασίας και του μόχθου, χρειάζεται να συνεχίσουν και να εντείνουν την κοινή τους δράση.

Η αστική αντίληψη που θέλει τον λαό θεατή και ουραγό των εξελίξεων, μετατρέποντάς τον σε παθητικό δέκτη των όποιων διεργασιών, καθηλωμένο στον καναπέ, την τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα, δεν μας αφορά.

Το αντίθετο είναι που συμβαίνει. Εξάλλου για την ΠΕΟ και ευρύτερα την Αριστερά, οι κοινοί αγώνες, η κοινή δράση αποτελούσε και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δράσης μας. Δράσης που ποτίστηκε με το αίμα του Καβάζογλου και του Μισιαούλη, του Αχμέτ Σατί, του Φάζιλ Οντέρ Σελλά, του Αχμετ Γιαχιά, του Μιχάλη Πέτρου, του Ττοφαρή, του Μένοικου και τόσων άλλων μαρτύρων της τάξης μας.

Η εργατική τάξη, φύσει και θέσει, είναι απέναντι σε εθνικιστικές περιχαρακώσεις, σε διαχωρισμούς με κριτήριο την καταγωγή, την εθνική προέλευση, τη θρησκεία, το φύλο και κάθε άλλης μορφής διάκριση.

Ετσι είναι που πρέπει να ιδωθεί και η δράση μας μέσα στις σημερινές συνθήκες. Στις συνθήκες της κατοχής, της ντε φάκτο διαίρεσης. Σε συνθήκες όπου όσοι μπορούν και θέλουν να αφουγκρασθούν την κραυγή αγωνίας των Τουρκοκύπριων συμπατριωτών μας, που παλεύουν μέσα σε φοβερά αντίξοες συνθήκες, ενάντια στις επιβολές του Ερντογάν, ενάντια στις πολιτικές αφομοίωσής τους, ενάντια στην εξαφάνισή τους σε τελική ανάλυση.

Συνεπώς, στη δική μας αντίληψη, η κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα, όπως είδαμε πρόσφατα μέσα από τις μεγάλες εκδηλώσεις στήριξης των συνομιλιών, μπορεί να διαδραματίσει, όντως, πρωταγωνιστικό ρόλο.

Οχι βέβαια γιατί οι κινητοποιήσεις θα αντικαταστήσουν τις διαπραγματεύσεις.

Μπορούν όμως να αναδείξουν τη λαϊκή βούληση για λύση και επανένωση. Να δώσουν απαντήσεις σε όσους βολεύονται με τη διαιώνιση της κατοχής. Σε όσους πολιτεύονται με μύθους και ψευδαισθήσεις περί ιδεατής λύσης, αδυνατώντας βέβαια να εξηγήσουν και πώς θα την υλοποιήσουν.

Από την άλλη, μπορούν να θέσουν και το πλαίσιο στη δημόσια σφαίρα αναδεικνύοντας αιτήματα και διεκδικήσεις που δεν είναι στην πρώτη γραμμή της ειδησιογραφίας, αλλά αποτελούν σημαντικά κεφάλαια σε μια προσδοκώμενη επανενωμένη Κύπρο.

Οπως για παράδειγμα οι ομόφωνες προτάσεις που διαμόρφωσε το σύνολο των συνδικάτων του τόπου μας. Η απαίτηση για λύση που θα επανενώνει πραγματικά τον τόπο και τον λαό. Με μια ενιαία οικονομία, με ένα σύστημα εργασιακών σχέσεων, ενιαίο σχέδιο κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας, ενιαίο σύστημα υγείας, για μια παιδεία που θα διαμορφώνει τους μελλοντικούς πολίτες με αρχές και αξίες αφήνοντας πίσω το παρελθόν.

Ακόμα και για την ίδια τη μορφή της λύσης, πολλές φορές η ΠΕΟ και τα τουρκοκυπριακά συνδικάτα, έχουν διατυπώσει με σαφήνεια ότι η λύση δεν είναι σύνθημα, ούτε γράμμα κενό. Οτι μόνος ρεαλιστικά εφαρμόσιμος δρόμος για ειρήνη και επανένωση είναι η λύση δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας, με μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια, μια διεθνή προσωπικότητα και με πολιτική ισότητα των δυο κοινοτήτων, όπως αυτή περιγράφεται στα σχετικά κείμενα των Η.Ε..

Λύση αρχών που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Κυπρίων και όχι των οποιωνδήποτε ξένων. Λύση που θα καταστήσει την Κύπρο ελεύθερη, αποστρατιωτικοποιημένη, γέφυρα ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή μας, απορρίπτοντας κατηγορηματικά κάθε σκέψη ένταξης στο ΝΑΤΟ και εμπλοκή σε στρατιωτικούς συνασπισμούς.

Το όραμα για μια επανενωμένη Κύπρο συσπειρώνει και ενώνει τους ανθρώπους του τόπου μας και μπορεί να υλοποιηθεί με τον λαό πρωταγωνιστή και όχι θεατή.

Για μια λύση που δεν θα είναι απλά το τέλος μιας αιματοβαμμένης διαδρομής, αλλά αφετηρία νέων κοινών αγώνων για να κτίσουμε από κοινού την Κύπρο που ονειρευόμαστε.

Την Κύπρο της ειρήνης, της ευημερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης.

  • Κεντρικός Οργανωτικός Γραμματέας ΠΕΟ