Σχετικά με τις αντιδράσεις που προκάλεσε το βίντεο της 15ης Ιουλίου

Τις μέρες που ακολούθησαν τη δημοσιοποίηση στις 15 Ιουλίου του βίντεο για την ανεξάρτητη και επανενωμένη Κύπρο, που περιλάμβανε την υποστολή ελληνικών σημαιών από τέσσερα σημεία στην παλιά Λευκωσία, η Αριστερή Κίνηση «Θέλουμε Ομοσπονδία» (ΑΚΘΟ) και πρόσωπα που υποστηρίζουν τις θέσεις της δέχτηκαν πληθώρα απειλών, εξυβρίσεων και χαρακτηρισμών μόνο και μόνο διότι πρόβαλαν το βίντεο ή και υπερασπίστηκαν με επιχειρήματα αυτή την ενέργεια, σε μια γενικότερη προσπάθεια φίμωσης της Κίνησης και διαπόμπευσης ατόμων που θεωρούνται ότι πρόσκεινται σε αυτή. Η συμβολική πράξη, όπως αναδεικνύεται από το βίντεο, της Κύπρου ως μιας αυτόνομης, επανενωμένης και ειρηνικής χώρας που δεν υπόκειται στην επιβολή του ελληνισμού και του τουρκισμού και συνεπακόλουθα στη διχοτόμηση, προκάλεσε ένα μικρό εθνο-παραλήρημα, όχι μόνο από τους ανοιχτά φασιστικούς κύκλους που εξωτερίκευσαν τα πιο συντηρητικά, ρατσιστικά, σοβινιστικά και ομοφοβικά ένστικτα που τους χαρακτηρίζουν, αλλά και από συνοδοιπόρους τους που επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν ένα εξόχως πολιτικό ζήτημα. Από το ΕΛΑΜ, τις παραφυάδες και τους ομοϊδεάτες του στη δημόσια σφαίρα δεν περιμέναμε κάτι διαφορετικό. Είχαμε όμως και το κόμμα «Αλληλεγγύη» και ιδιαίτερα τη «σοσιαλιστική» ΕΔΕΚ, που ενώ δεν βρήκαν λέξη να πουν για το γεγονός ότι ανώτερος λειτουργός της Πολιτικής Άμυνας στη Λευκωσία εξύμνησε στις 15 Ιουλίου δημόσια τη Χούντα και το πραξικόπημά της στην Κύπρο, έκαναν εκκλήσεις για αστυνομικές έρευνες και διώξεις για το βίντεο με την υποστολή σημαιών του ελληνικού κράτους στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας…

Από το ύφος και την ένταση των αντιδράσεων που προκάλεσε, θεωρούμε πως το βίντεο που δημοσιεύτηκε έχει δικαιωθεί σε όλα όσα θίγει – στο πώς δηλαδή ο ακραίος εθνικιστικός φανατισμός, που καλλιεργείται από την εκκλησία, την παιδεία και τον στρατό, συνεχίζει να εμποδίζει την επανένωση και να απειλεί τους ανθρώπους που πιστεύουν και αγωνίζονται για την ειρήνη. Ανάλογα ισχύουν φυσικά και για τον τουρκικό εθνικισμό στη βόρεια πλευρά της χώρας μας που γιορτάζει την τουρκική εισβολή. Εκεί συντρόφισσές μας παρενέβησαν χτες στη δεξίωση της 20ης Ιουλίου παρουσία του Τούρκου Πρωθυπουργού θυμίζοντας σε όλους ότι «ο πόνος δεν γιορτάζεται».

Για να το κλείνουμε, εμείς αυτό που έχουμε να πούμε είναι απλά ότι θα συνεχίσουμε τον αγώνα ενάντια στον ελληνικό και τουρκικό εθνικισμό και στις επεμβάσεις του ελληνικού και τουρκικού κράτους που υπονομεύουν την κυπριακή ανεξαρτησία και εμποδίζουν την επανένωση. Αυτός ο αγώνας είναι δικοινοτικός και δεν αναγνωρίζει σύνορα.

enter image description here

Για τη φωτογραφία Ισαάκ-Σολωμού

Να αφαιρεθεί η φωτογραφία του Ισαάκ και του Σολωμού από τα οδοφράγματα γιατί το μόνο που εξυπηρετεί είναι τα διάφορα φασιστάκια βόρεια και νότια της γραμμής που πολεμούν με πάθος για την διατήρηση της διχοτόμησης και της εθνικιστικής έξαρσης που οδήγησε στο θάνατο αυτούς τους δυο ανθρώπους.

Η προκήρυξη διαγωνισμού από την ΕΦ

Η προκήρυξη διαγωνισμού που την ΕΦ για την πρόσληψη ακόμα 500 επαγγελματίων οπλίτων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αύξησης της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο σε σχέση με τα γκάζια τζιαι το ζήτημα των ΑΟΖ. Γίνεται αντιληπτό πλέον ότι το προβλεπόμενο ναυάγιο στο Κυπριακό εν θα σημαίνει απλά μια «ειρηνική» διχοτόμηση του στυλ «τζίνοι ποτζιεί τζιαι εμείς ποδά, σιορ» αλλά εννά συνοδευτεί, μεταξύ άλλων, τζιαι με την ανάλογη εθνικομιλιταριστική υστερία με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις ζωές μας. Γιατί αν οι ελίτ εν καταφέρουν ή εν θέλουν να διευθετήσουν τις εξορύξεις στην Αν. Μεσόγειο μέσα που τες συνομιλίες (που ήταν τζιαι η κινητήριος δύναμη για αυτές στον τελευταίο γύρο των συνομιλιών) εννά χρησιμοποιήσουν (εκ νέου) τον μιλιταρισμό για να προωθήσουν τα συμφεροντα τους. Ο αγώνας για την επανένωση τζιαι την ειρήνη περνά (τζιαι θα περάσει) υποχρεωτικά τζιαι που την άρνηση να πολεμήσουμε για οποιαδήποτε γεωστρατηγικά τζιαι οικονομικά συμφέροντα, ειδικά ξένων κρατών. Το μόνο που έχουμε να πούμε ένει ότι εν θα πεθάνουμε για τα γκάζια καμιάς πολυεθνικής εταιρείας τζιαι θα συνεχίσουμε τον αγώνα ώσπου να αποστρατικοποιηθεί πλήρως το νησί τζιαι να παν οι «μητέρες» σπίτι τους.

The National Guard of the Republic of Cyprus has opened 500 additional positions to hire professional soldiers, further fueling tensions regarding the EEZs and natural gas reserves in the Eastern Mediterranean. It’s becoming obvious that the upcoming breakdown of the Cyprus problem peace talks won’t result in a “peaceful” separation but will spark additional nationalistic and military hysteria in our lives. If the elites don’t manage or don’t want to settle the natural gas extractions in the Eastern Mediterranean through the peace talks (natural gas was the main motive during the latest round of negotiations) they will use the military (again) to promote their interests. The reunification struggle for peace has to include a denial to go to war for any geostrategic and economic interests, especially of foreign states. We stress that we will not die for the natural gas of any multinational company and will continue our fight until the full demilitarisation of the island and the final independence from the “mother” countries.

Ντοκυμαντέρ για τα γεγονότα στα Ίμια

Καθώς η θερμοκρασία στα ελληνο-τουρκικά ανεβαίνει ενόψει του ανταγωνισμού για τα ενεργειακά και του ναυαγίου των συνομιλιών στο Κυπριακό, είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε πόσο αποπνιχτική ατμόσφαιρα για την αριστερά αλλά και για τον ίδιο τον ορθολογισμό μπορεί να δημιουργήσει ένα εθνικιστικό ρεύμα καθοδηγούμενο από το κράτος και το βαθύ κράτος. Είναι, επίσης, σημαντικό να θυμηθούμε την προηγούμενη φορά που οι ηγεσίες της Ελλάδας και των Ελληνοκυπρίων δοκίμασαν με τυχοδιωκτισμούς να μεταβάλουν τον συσχετισμό στην Ανατολική Μεσόγειο στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η πολιτική του ενεργού ηφαιστείου, που κατάληξε στον θάνατο Ισαάκ-Σολωμού, και ο ελληνοκυπριακός μικρο-μεγαλισμός για την αγορά των πυραύλων S300 της πρώτης Κληριδικής περιόδου αποκτά νόημα μόνο αν ιδωθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της γενικότερης εθνικιστικής έξαρσης όταν με το επεισόδιο στα Ίμια πραγματικά απειλήθηκε πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η υστερία με την ονομασία της F.Y.R.O.Μ., το όραμα και τη φαντασίωση της αποσταθεροποιημένης Τουρκίας, το ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελληνικής και Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντίληψη του Αιγαίου ως η ελληνική λίμνη ήταν τμήματα ενός έργου που απέτυχε μεν στο στόχο του για τη Μεγάλη και Ισχυρή Ελλάδα, αλλά άφησε το στίγμα και την παρακαταθήκη του. Το ντοκυμαντέρ αυτό καλύπτει βασικές στιγμές εκείνου του δράματος που είναι καλά να ξαναθυμηθούμε πριν εξελιχτεί σε τέτοιο και το σημερινό σκηνικό.

“Μεσίστιες γαλανόλευκες και μισοφέγγαρα στις φλόγες / τα όνειρα του ελ

Η βαριά κληρονομιά του πολιτικού και εκπαιδευτικού συστήματος

του Παύλου Μ. Παύλου

Πολλές φορές έχουμε την αίσθηση ότι οι ακραίες αντιδράσεις σε ζητήματα που αφορούν το πολιτικό θέμα και την εκπαίδευση αγγίζουν τα όρια του παραλογισμού. Οι ρίζες της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι μόνο βαθιές, αλλά και αποδεδειγμένα ανθεκτικές. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο ή υπεραισιόδοξο, είναι ίσως η πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της Κύπρου που η κυρίαρχη ιδεολογία δοκιμάζεται πραγματικά και αντιμετωπίζει σοβαρές πιθανότητες θεμελιακής αμφισβήτησης. Φτάνει να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε...

Η Ιστορία – είτε μας αρέσει είτε όχι – είναι εξαιρετικά παρούσα.

Λόγω του συστήματος των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων πάνω στο οποίο ήταν δομημένη η οθωμανική διοίκηση, η κυπριακή Εκκλησία απέκτησε από το 16ο αιώνα πρωτόγνωρα προνόμια. Εκτός των άλλων, είχε φοροθετικές και φοροσυλλεκτικές αρμοδιότητες, διοικητικά καθήκοντα – σε συνεργασία με τους τοπικούς Οθωμανούς διοικητές – και ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ο άμεσος υπεύθυνος για το χριστιανικό πληθυσμό απέναντι στο Σουλτάνο. Τα υπερπρονόμια αυτά – τα οποία δεν αποσιωπούν ούτε και γνωστοί συντηρητικοί ιστορικοί(1) - τέθηκαν υπό αμφισβήτηση με το πέρασμα της Κύπρου κάτω από βρετανική διοίκηση το 1878. Οι Βρετανοί, λειτουργώντας στα πρότυπα του κοσμικού κράτους, προώθησαν διοικητικές ρυθμίσεις(2) οι οποίες αναπόφευκτα αφαιρούσαν σημαντικές εξουσίες από την Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο. Εν μέρει η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας απέναντι στη βρετανική διοίκηση, η υιοθέτηση ανένδοτου ενωτικού αγώνα και η αντιπαραθετική λογική που επικράτησε (σε αντίθεση με τη στάση πλήρους συνεργασίας και προσαρμογής που τηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής διοίκησης), οφείλονται σε αυτή την απώλεια διοικητικών και οικονομικών προνομίων. Παρά τη χρήση όχι πάντα νόμιμων (και από ηθική άποψη) μεθόδων(3), η Εκκλησία έχασε τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικής διοίκησης, καθώς και τη δυνατότητα σοβαρών οικονομικών διαπλοκών(4).

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, προκειμένου να διατηρήσει τον πολλαπλά κυρίαρχο ρόλο της, η Εκκλησία της Κύπρου και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είχαν ανοιχτά δυο πεδία δράσης: τη διαχείριση της αρχής της αυτοδιάθεσης και την εκπαίδευση. Από τα πρώτα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας, η διοίκηση άφησε μεγάλα περιθώρια στην Εκκλησία για άσκηση αυτών των «αρμοδιοτήτων». Με διοικητικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την εκπαίδευση(5), αλλά και με σχετική αποδοχή του Αρχιεπισκόπου ως «εθνικού ηγέτη» των Ελληνοκυπρίων – τουλάχιστον μέχρι το 1931 – εδραιώθηκε σταδιακά η κυριαρχία της Εκκλησίας σε αυτά τα δύο πεδία.

Με τα Οκτωβριανά του 1931, το τμήμα της αστικής τάξης της Κύπρου, το οποίο δεν ελεγχόταν άμεσα από την Εκκλησία, ηττάται οριστικά. Η λογική του «όποιος συνομιλεί με τους Βρετανούς είναι προδότης – Ένωσις και μόνον Ένωσις», επιβάλλεται τελεσίδικα, υποχρεώνοντας ακόμη και μετριοπαθείς ανώτερους κληρικούς (π. χ. Νικόδημος Μυλωνάς), να υπηρετήσουν τη φιλοδοξία τους για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο μέσα από την αδιάλλακτη και ακραία πολιτική(6). Την αμέσως επόμενη περίοδο, οι Βρετανοί συνειδητοποιούν τον πολιτικό ρόλο του ελέγχου της εκπαίδευσης και προσπαθούν να επιβληθούν – κυρίως στη δευτεροβάθμια, την οποία είχαν αφήσει σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια της Εκκλησίας – χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα(7). Αντίθετα, αυτή τους η επιλογή (και η αποτυχία της) δίνει στην Εκκλησία τη δυνατότητα να θεωρήσει την εκπαίδευση ως ένα «άπαρτο κάστρο» της, και να συνδέσει πλέον άμεσα τις δύο πολιτικές της: εκείνη που αφορούσε το πολιτικό ζήτημα («Ένωση») και εκείνη που αφορούσε την Εκπαίδευση(8). Η τελευταία γίνεται πια φορέας δυναμικής εθνικοθρησκευτικής πολιτικής – σε αντίθεση με την οθωμανική περίοδο, οπότε η εκπαίδευση χρησιμοποιούνταν ως βραχίονας διοικητικής και θρησκευτικής υπακοής.

Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της Εκκλησίας στον πολιτικό στίβο (μέχρι και το 1955-9) και στην εκπαίδευση, επιβάλλει έναν καθαρά μεταφυσικό και απόλυτο χαρακτήρα και στα δύο. Η «Ένωση» από πολιτική επιλογή ή στόχος, μετατρέπεται σε μια υπερφυσική κατάσταση, μια οντότητα ανεπηρέαστη από την πραγματικότητα και μάλιστα σε πείσμα της. Παράλληλα, η εκπαίδευση θεωρείται τελεσίδικα ως πεδίο εθνικού και θρησκευτικού φρονηματισμού, ως υλικό μέσο για κοινωνική διαιώνιση του μεταφυσικού χαρακτήρα της «Ένωσης».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το σύστημα ελέγχου από αυτό που ονομάστηκε «Εθναρχία»(9), είχε σχεδόν απόλυτη κυριαρχία σε όλο το οικοδόμημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης(10). Έχοντας τον έλεγχο των διορισμών, δεν επέτρεπε να παρεισφρέουν στην εκπαίδευση καθηγητές με αποκλίνουσες ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις(11). Η ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΕΛΜΕΚ με πρωτοβουλία του Μακαρίου Γ’ το 1953(12), υπάκουε απόλυτα στους στόχους της Εκκλησίας, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς αδιάκριτα. Ακόμη και στη δημοτική εκπαίδευση, που ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από τη βρετανική διοίκηση, το 1931 τέθηκε από εκπροσώπους της Εθναρχίας θέμα απόλυσης 12 «κομμουνιστών» δασκάλων(13). Ως «κομμουνιστές» χαρακτηρίζονταν όλοι οι έχοντες αποκλίνουσα ιδεολογία ή πολιτική συμπεριφορά από τον κανόνα των ακραιφνών «ελληνοχριστιανικών ιδεωδών».

Με την Ανεξαρτησία, το σύστημα κληροδοτήθηκε σχεδόν αυτούσιο στο νέο κράτος. Από τη μεταβατική κιόλας περίοδο 1959-60 διασφαλίστηκαν όλες οι παράμετροι που θα εγγυούνταν τη συνέχιση του ελέγχου του πολιτικο-εκπαιδευτικού λόγου και χαρακτήρα(14). Οι ίδιες οι συνταγματικές ρυθμίσεις(15) κρατούσαν την εκπαίδευση διαιρεμένη σε κοινοτικό επίπεδο, χωρίς κανένα υπερκείμενο θεσμό που να λειτουργεί έστω συντονιστικά. Τα της εκπαίδευσης των δυο κοινοτήτων καθόριζαν οι δυο χωριστές Κοινοτικές Συνελεύσεις, όργανα ημιαυτόνομα από το κράτος στη λειτουργία τους, με σύνθεση όμως ελεγχόμενη από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο αντίστοιχα. Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου στην ηγεσία του κράτους αποτελούσε την ουσιαστική και σημειολογική κορύφωση της συνέχισης του διπλού «εθναρχικού» ρόλου της Εκκλησίας. Παράλληλα, οι πρωταγωνιστές της ΕΟΚΑ κληρονομούν τμήματα του κράτους, διατηρούν ένοπλες ομάδες και συντηρούν την επιρροή τους μέσα από δολοφονίες «αντιπάλων» και την καχυποψία της «προδοσίας» του «συνεχιζόμενου αγώνα» από ένα αντίθετο «καπετανάτο»(16). Ανάλογες συνθήκες – σε μικρογραφία ίσως – βιώνουν και οι Τουρκοκύπριοι στο εσωτερικό της δικής τους κοινότητας(17). Με συγχρονικούς όρους ερμηνείας, θα λέγαμε ότι κυρίως η ελληνοκυπριακή κοινότητα ζει μέσα σε συνθήκες «ιδεολογικής τρομοκρατίας». Οι πέραν του ΑΚΕΛ πολιτικές δυνάμεις σκέφτονται, συμπεριφέρονται και διαχειρίζονται τις υποθέσεις του κράτους και της κοινότητας ως οι μόνοι νόμιμοι συνεχιστές της αποικιακής εποχής(18), ενώ διαγκωνίζονται παράλληλα για το ποιος θα εμφανιστεί ως ο αξιότερος συνεχιστής του αγώνα της ΕΟΚΑ για «Ένωση». Ο πλήρης και ένοπλος διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων(19) επιτρέπει την ανάπτυξη τριών νέων δυναμικών. Παράλληλα με τη μεταφυσική και εξ αποκαλύψεως απόλυτη φύση που πήρε ο πολιτικός στόχος («Ένωση») και παράλληλα με τον προς τούτο απόλυτα φρονηματιστικό χαρακτήρα που απέκτησε η Εκπαίδευση, αναπτύσσονται και άλλες δυναμικές: (α) Η δυναμική του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους, του απαλλαγμένου από μιάσματα άλλων φυλών – και ιδιαίτερα τους Τουρκοκύπριους. (β) Η δυναμική της «ένωσης από τα κάτω», δηλαδή η πολιτική που εγκαινιάζεται μετά το 1964 για απόλυτη πρόσδεση όλων των τομέων της ζωής στο ελληνικό κράτος, χωρίς να κηρυχθεί επίσημα η «Ένωση». (γ) Η δυναμική της νομιμοποίησης, δηλαδή η οικοδόμηση της πεποίθησης πως ό,τι προηγήθηκε νομιμοποιήθηκε με τον έλεγχο του κράτους, άρα και διά του κράτους νομιμοποιούνται οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και μέθοδοι.

Το μείγμα που αναπτύσσεται είναι εκρηκτικό, αφού η παρανομία, η ανομία και η δολιότητα θεωρούνται ηθικά νόμιμα και αναπόσπαστα τμήματα της άσκησης εξουσίας. Μέσα σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τους Ελληνοκύπριους. Μόνο στον ορίζοντα φαίνεται η Ελλάδα (η οποία μάλιστα μετά το 1967 απαιτεί απόλυτη προσαρμογή στο Εθνικό Κέντρο και ιδιαίτερα απόλυτη ταύτιση στον τομέα της Εκπαίδευσης). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν ιδιόμορφο αυτισμό, όπου καμιά όσμωση με δημοκρατικές αρχές, ή αξίες αλληλοσεβασμού και κατανόησης δεν ήταν δυνατή. Γι’ αυτό και σήμερα μπορεί να μας φαίνεται τρομαχτική η τρομοκρατική δράση οργανώσεων όπως το Εθνικό Μέτωπο και η ΕΟΚΑ Β’, τότε όμως εμφανίστηκαν ως «φυσική συνέπεια» του πολιτισμικού πλαισίου που είχε ήδη οικοδομηθεί. Γι’ αυτό και η κήρυξή τους ως παράνομων οργανώσεων έγινε πολύ μετά την εμφάνιση και την έναρξη της δράσης τους. Και μάλιστα μετά από πολλούς δισταγμούς!(20)

Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που το ξέσπασμα ελευθερίας και η σχετική απελευθέρωση του προοδευτικού λόγου μετά το 1974 δε στάθηκε αρκετή να νικήσει τις διάρκειες. Πολύ σύντομα επιστρέψαμε σε λογικές που επανατοποθετούσαν το δίδυμο πολιτική-εκπαίδευση στη «σωστή» του βάση: η πολιτική μετατόπισε τη μεταφυσική της διάσταση από την «Ένωση» στο ενιαίο κράτος (και μάλιστα χωρίς τα συνδιαχειριστικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1960), ενώ θεώρησε και πάλιν την εκπαίδευση ως το φρονηματιστικό μέσο για επίτευξη αυτού του πολιτικού στόχου(21). Διατήρησε μάλιστα τα αντανακλαστικά της αυξημένης καχυποψίας προς το διαφορετικό: οτιδήποτε δεν υπηρετεί τον πολιτικό στόχο του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους (σε ολόκληρη ή στη μισή Κύπρο) – στόχο άδηλο αλλά εξίσου κυρίαρχο όπως εκείνον της «Ένωσης» την περίοδο 1960-74 – κηρύσσεται αυτόματα ως ξένο, ύποπτο και έντονα κατακριτέο(22).

Στη δεκαετία του ’60 η λειτουργία τεχνικών σχολών και οι πρώτες σκέψεις για ίδρυση πανεπιστημίου, θεωρήθηκαν ως προδοτικές και υποχθόνιες προσπάθειες για αποκοπή της Κύπρου από την Ελλάδα(23). Σήμερα, κάθε λόγος για την οικοδόμηση ενός σχολείου που να ενώνει και όχι να χωρίζει, ενός σχολείου προσανατολισμένου σε αρχές πολυπολιτισμικότητας και ευρωπαϊκών δημοκρατικών αξιών, αντιμετωπίζεται ως αντίστοιχη απειλή, με παρόμοια μάλιστα αντανακλαστικά. Και τα αντανακλαστικά δεν περιλαμβάνουν μόνο τις έντονες δημόσιες αντιδράσεις, αλλά και όσα το παρελθόν μας κληροδότησε: τη σιωπηρή πολλές φορές ακύρωση, μέσα από ψυχολογικούς μηχανισμούς, παράδοξους αλλά πανίσχυρους. Το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου και οι Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί είναι ίσως η μοναδική περίπτωση εκπαιδευτικού συστήματος στον κόσμο, που καταφέρνει για χρόνια να «υλοποιεί» την πολυπολιτισμική εκπαίδευση, χωρίς να την υλοποιεί καθόλου. Και μάλιστα να την αποστρέφεται στην ουσία της. Ο φρονηματιστικός χαρακτήρας δε του εκπαιδευτικού συστήματος θεωρείται τόσο αυτονόητος, ώστε η αποσιώπηση της αλήθειας και το ιστορικό ψεύδος να εμφανίζονται ανοιχτά ως απαρέγκλιτη υποχρέωση της εκπαίδευσης.

Θα χρειαστεί επομένως χρόνος και υπομονή για την ανάταξη του «ασθενούς». Είναι φορέας μιας ισχυρής παράδοσης εκκλησιαστικής μεταφυσικής, που απέδειξε ιστορικά ότι είναι εξαιρετικά ανθεκτική. Από την άλλη βεβαίως, σε μερικά χρόνια από σήμερα το γεγονός και μόνο ότι αυτά τα ζητήματα συζητιούνται, μπαίνουν στο τραπέζι και – με όλα τα προβλήματα – είναι παρών ένας λόγος διαφορετικός από τον κυρίαρχο, ενδεχομένως να ερμηνεύεται ως μια σημαντική ρήξη. Είναι ίσως γι’ αυτό το λόγο που οι επιλογές της σιωπής ή των χαμηλών τόνων εκ μέρους του προοδευτικού κόσμου – και ιδιαίτερα της επίσημης Αριστεράς – κατά τη δεκαετία του ’60, μπορεί να είναι εν μέρει κατανοητές επιλογές, είναι όμως ταυτόχρονα και παράδειγμα προς αποφυγή για το σήμερα.

Υποσημείωσεις

  1. Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, Σύντομος Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1972, σ. 135-142.
  2. Κάτιας Χατζηδημητρίου, Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1979, σ. 146-8.
  3. Χάιντς Α. Ρίχτερ, Ιστορία της Κύπρου, τόμος πρώτος (1878-1949), εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σ. 92.
  4. George Hill, A History of Cyprus, vol. IV, Cambridge University Press, Cambridge 1952, p. 380.
  5. George S. Giorgallides, A political and Administrative History of Cyprus 1918-1926, εκδόσεις Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1979, σ. 47-52.
  6. Χάιντς Α. Ρίχτερ, ό.π. σ. 473-508.
  7. Panayiotis K. Persianis, Church and State in Cyprus Education, Λευκωσία 1978, σ. 66-69.
  8. ό.π. σ. 105-111.
  9. Στην πραγματικότητα με τον όρο αυτό αποδίδεται η προσπάθεια της Εκκλησίας της Κύπρου να πολιτικοποιήσει πιο άμεσα το ρόλο της μέσα από τη δημιουργία θεσμών πολιτικού χαρακτήρα, ασκώντας παράλληλα ασφυκτικό έλεγχο στο τμήμα της αστικής τάξης που συνεργαζόταν μαζί της.
  10. Andreas G. Anastassiades, The development of the administration of elementary education in Cyprus, Nicosia 1979. Οι Βρετανοί είχαν δώσει αρχικά έμφαση στον έλεγχο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, θεωρώντας την πιο σημαντική στη διαδικασία αλφαβητισμού του πληθυσμού. Η Εκκλησία κράτησε – και μέσω της χρηματοδότησης – τον έλεγχο της δευτεροβάθμιας, την οποία θεωρούσε ως πιο σημαντική για τον φρονηματιστικό ρόλο που επιδίωκε.
  11. Παναγιώτη Κ. Περσιάνη, Συγκριτική Ιστορία της Εκπαίδευσης της Κύπρου (1800-2004), εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2005, σ.240.
  12. Κώστα Λυμπουρή, Η ίδρυση της ΟΕΛΜΕΚ και η λειτουργία της από το 1953 μέχρι το 1960, Λευκωσία 2005, σ.21-24.
  13. ό.π. σ. 159.
  14. Konstantinos Spyridakis, The Cyprus Educational Policy, Nicosia 1967. Βλέπε και νόμο για την ίδρυση του μεταβατικού Ελληνικού Γραφείου Παιδείας Law 19/1959, Cyprus Gazette No. 4240, 18.6.1959.
  15. Άρθρα 87,88,89 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  16. Κώστα Γραικού, Κυπριακή Ιστορία, έκδοση γ΄, Λευκωσία 1991, σ.312-316.
  17. Αρίφ Χασάν Ταχσίν, Η άνοδος του Ντενκτάς στην κορυφή, μετάφραση Θανάσης Χαρανάς, εκδόσεις Αρχείο, Λευκωσία 2001, σ.83-86.
  18. Πασχάλη Κιτρομηλίδη «Το ιδεολογικό πλαίσιο της πολιτικής ζωής της Κύπρου: Κριτική θεώρηση», στο συλλογικό έργο Γιώργου Τενεκίδη – Γιάννου Κρανιδιώτη, επ., Κύπρος – Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1981, σ.459.
  19. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Η πρώτη διχοτόμηση – Κύπρος 1963-1964, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2005.
  20. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Δύο απόπειρες και μια δολοφονία, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2009.
  21. Αναλογίες βεβαίως (τραυματικό παρελθόν, καθήκον μνήμης, επιλεκτική λήθη, πολιτική σκοπιμότητα και χρησιμοποίηση της ιστορίας) εντοπίζονται σε όλες σχεδόν τις χώρες των Βαλκανίων. Βλέπε Christina Koulouri, ‘Introduction’ στο Clio in the Balkans. The Politics of History Education, CDRSEE, Thessaloniki 2002, σ. 25-35. Ενδεχομένως όμως η περίπτωση της Κύπρου να είναι από τις πιο ακραίες, κυρίως σε διάρκεια και μεταλλαξιμότητα.
  22. Ο E. Hobsbaum επισημαίνει ότι ο εθνικισμός είναι το κλασικό παράδειγμα μιας κουλτούρας ταυτότητας που στηρίζεται πάνω στο παρελθόν μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία. Θυμίζει δε ότι ο Έρνεστ Ρενάν παρατηρούσε πως ‘εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα η λήθη, ή ακόμα και η παραχάραξη της ιστορίας, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της διαμόρφωσης ενός έθνους, γι' αυτό και η πρόοδος των ιστορικών σπουδών αποτελεί συχνά κίνδυνο για μια εθνικότητα’. Βλ. Ε. Hobsbaum, Για την Ιστορία, μετ. Π. Ματάλας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σ. 324-325.
  23. Panayiotis K. Persianis, The political and economic factors as the main determinants of education policy in independent Cyprus, εκδόσεις Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου, Λευκωσία 1981, σ.145-156, 193-203.

Το καλέμι. πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009