Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

EN, GR, TR

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Αρμένηες, Μαρωνίτες, ξένοι τζ̆αι ντόπιοι, που κατοικούμεν τζ̆αι αγαπούμεν τούτον τον τόπον, δηλώννουμεν ότι δεν θέλουμεν να ενωθεί με κανέναν κράτος, ούτε να μείνει μoιρασμένος. Καλούμεν τα ελληνοκυπριακά τζ̆αι τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα που στηρίζουν την λύση να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να το κάμουν γνωστόν τζ̆αι ξεκάθαρον προς τους ξένους τζ̆αι προς τους Κυπραίους ούλλους, ότι τούτον εν η πεποίθηση αλλά τζ̆αι ο στρατηγικός στόχος της πλειοψηφίας του λαού. Είναι η κυριόττερη σύγκλιση για την ασφάλειαν που χρειαζούμαστιν σήμμερα για να ξεπεραστεί το αδιέξοδον, να γνωρίζει τζ̆αι να εμπιστεύεται η μια κοινότητα τους πραγματικούς στόχους της άλλης. Καλούμεν τες πολιτικές δυνάμεις να στηρίξουν την προσπάθειαν των ηγετών για λύσην, δείχνοντας τους έμπρακτα το πολιτικόν υπόβαθρον πάνω στο οποίον θα χτιστεί η ομοσπονδία.

  2. Εμάς που υπογράφουμεν την δήλωσην τούτην, δεν επηρεάζεται η σκέψη μας που γόητρα παλιών πολέμων. Δρούμεν μαζίν ορθολογικά για την ειρήνην τζ̆αι το κοινόν μας μέλλον. Καλούμεν τους ηγέτες να απελευθερωθούν που τα όποια γόητρα τζ̆αι να επικεντρωθούν στην δουλειάν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες. Καλούμεν τους να σταματήσουν να σπαταλούν ενέργειαν να ρίξει ο ένας τον άλλον που το γόητρον του τζ̆αι να χάννουν τον χρόνον ποιού εν τα φταισίματα, Ο κόσμος χρειάζεται να του δείξουν στην πράξην πως θα λειτουργήσει αρμονικά η αυριανή μας ομοσπονδία.

  3. Εμείς μελετούμεν τα γεγονότα για να δημιουργήσουμεν άποψην για το παρελθόν τζ̆αι να εμπνευστούμεν για έναν όμορφον τζ̆αι ειρηνικόν μέλλον. Οι ηγέτες να καλέσουν τους θεσμούς παιδείας των θκυ̮ο κοινοτήτων  να δηλώσουν ότι εν προσηλωμένοι σε μιαν εκπαίδευσην που σέβεται την ιστορίαν σαν επιστήμην τζ̆αι όχι πολιτικόν εργαλείον, τζ̆αι που σέβεται τους μαθητές σαν αθρώπους ελεύθερους, να έχουν δικήν τους κρίσην για τα γενονότα.

  4. Καλούμεν τα κόμματα που λαλούν ότι θέλουν λύσην να δηλώσουν ότι απέχουν που οποιανδήποτε προεκλογικήν δραστηριότηταν μέχρι τζ̆αι 4 μήνες πριν τες εκλογές για να δώσουν χώρον τζ̆αι χρόνον στους ηγέτες να καταλήξει η τρέχουσα προσπάθεια τους, ή να προχωρήσει σε σημείον μη επιστροφής, έτσι που να την συνεχίσει όποιος τζ̆αι να εκλεγεί αν δεν προλάβουν. Καλούμεν τους ηγέτες να προσηλωθούν πάνω στα σημαντικά προβλήματα για να έχουμεν σύντομα τες τελικές συγκλίσεις που θα ορίσουν την λύσην. Επιθυμούμεν οι επόμενες εκλογές να είναι ομοσπονδιακές τζ̆αι να ψηφίσουμεν ούλλοι οι Κυπραίοι τους άρχοντες πον να εφαρμόσουν την λύσην τζ̆αι θα θεμελιώσουν την ομοσπονδιακήν ειρήνην στον τόπον.

  5. Προσκαλούμεν τα κόμματα, τες οργανώσεις, τους ενεργούς πολίτες να αναλάβουν πρωτοβουλίες ενημέρωσης του λαού. Όπως φτάννουμεν στα δύσκολα με το θέμαν της ασφάλειας, να οργανωθούν δικοινοτικές συγκεντρώσεις όπου ΤΚ πολιτικοί της λύσης να εκθέσουν στο ελληνοκυπριακόν ακροατήριον την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΤΚ για την ασφάλειαν τζ̆αι  ΕΚ πολιτικοί της λύσης, να εξηγήσουν σε τουρκοκυπριακά ακροατήρια την αντίληψην τζ̆αι τους φόβους των ΕΚ. Καλούμεν πρωτοποριακές οργανώσεις της κοινωνίας, πολιτιστικές οργανώσεις, συνδέσμους καλιτεχνών, επαγγελματιών, να τολμήσουν να κάμουν το βήμαν για την πιο ειρηνικήν ένωσην, δημιουργώντας δικοινοτικές ομοσπονδίες, διόντας στες οργανώσεις τζ̆αινούρκαν δυνάμικήν απευθυνόμενοι σε ούλλους τους Κυπραίους.

  6. Η σημμερινή κρίση δείχνει ότι τα αδιέξοδα μας στην Κύπρον δεν μπορούν να ξεπεραστούν ούτε με επιβολήν της άποψης μιας αριθμητικής πλειοψηφίας που μιαν κοινότηταν πα στην άλλην, ούτε με το βέτο μιας μειοψηφίας που μπλοκκάρει, ούτε με την προσφυγήν στην βίαν από τρίτα κράτη που διαθέτουν στρατιωτικήν ισχύν, ούτε με τον αποκλεισμόν ή με αποχώρησην της μιας κοινότητας που τες πολιτικές αποφάσεις. Καλούμεν τους ηγέτες να γινούν πιο σοφοί τζ̆αι πολιτικά πιο δυνατοί που τα διδάγματα της κρίσης.

Λύσην τωρά! Çözüm Şimdi! Solution now!

  1. Kıbrıslı Rumlar, Kıbrıslı Türkler, Kıbrıslı Ermeniler ve Kıbrıslı Maronitler, yabancılar ve bu topraklarda yaşamayı seven yerliler olarak bizler, başka herhangi bir devletle birleşmek ya da bölünmüş bir şekilde yaşamak istemiyoruz. Çözümü destekleyen Kıbrıslı Rum ve Kıbrıslı Türk siyasi partilerine inisiyatif almaları ve Kıbrıs’ta ya da dışında yaşayan herkesi bunun halkın çoğunluğunun stratejik amacı olduğu noktasında bilgilendirmelerini istiyoruz. Günümüz çıkmazını aşmamızın tek yolu her iki toplumun da birbirlerinin gerçek hedeflerini bilmeleri ve güvenmelerinden gelir. Siyasi güçleri liderlerin, Federasyonun inşa edileceği siyasi bağlamda gerçek ve belirgin bir yol çizerek çözüme ulaşma çabalarının yanında durmaya çağırıyoruz.

  2. İmzası bulunan bizler, düşüncelerimizin eski savaşlarından etkilenmesine izin vermiyoruz. Birlikte ve mantıklı bir şekilde barış ve ortak geleceği hedefliyoruz. Liderleri, gururlarını bir kenara bırakıp halihazırda bulunan zorlukları aşmaları için gerekli çözümlere odaklanmaya çağırıyoruz. Birbirlerini aşağılamaya ve suçlamaya enerji harcamamalarını talep ediyoruz. Halk, liderlerden gelecekteki federasyonun nasıl çalışacağını göstermesini istiyor.

3.Tarihin gerçeklerini öğrenerek geçmişe dair bakış açıları yaratmak ve birlikte güzel ve barışçıl bir gelecek kurmak istiyoruz. Liderler her iki toplumun eğitim kurumlarına seslenip, temel eğitim prensiplerini örnek alarak, tarihi bir siyasi bir araç olarak değil, bir bilim dalı olarak görmelerini ve öğrencilere kendi yargılarını şekillendirebilecek özgür bireyler olarak saygı göstermeleri gerektiğini belirtmelidir.

  1. Kendilerini çözüm yanlısı ilan eden partilere, liderlere şu anki çabalarını tamamlamak için bolca zaman verme, ya da geri dönülmeycek noktayı aşmak için yeterli zaman yoksa, çabaların bir sonraki seçilen kişi tarafından devam etmesini sağlamak için seçimlerden 4 ay öncesine kadar hiçbir seçim hareketinde bulunmaması için sesleniyoruz. İki liderin, sorunun zorlu noktalarına odaklanmasını ve çözümün şeklini belirleyecek olan son noktaya ulaşmasını istiyoruz. Bir sonraki seçimin, tüm Kıbrıslıların çözümü tamamlayacak ve adadaki federal barışı sağlamlaştıracak lidere oy vereceği, federal bir seçim olmasını istiyoruz.

  2. Siyasi partilere, örgütlere ve sivil topluma insanları bilgilendirme insiyatifini almaları için sesleniyoruz. Şu anda güvenlik etrafında dönen zorlu problemlerde olduğumuzdan, Kıbrıslı Türklerin çözüm yanlısı siyasetçilerinin Kıbrıslı Rumlara korku ve görüşlerini aktaracağı ve Kıbrıslı Rum çözüm yanlısı siyasetçilerin Kıbrıslı Türklere korku ve görüşlerini anlatacağı iki toplumlu toplantılar olmalıdır. İlerici sivil toplum örgütlerine, kültür gruplarına, sanatçılara ve derneklere, cesaret edip barışçıl birleşme için önemli adımlar atmaları, iki toplumlu federasyonlar yaratarak organizasyonlarına bütün Kıbrıs’a hitap eden yeni bir dinamik getirmeleri için sesleniyoruz.

  3. Günümüzdeki kriz bize Kıbrıs’taki çıkmazın ne çoğunluğun fikrini tüm topluma kabul ettirmesi, ne azınlığın vetoyla karar vermeyi bloke etmesi, ne üçüncü ülkelerin askeri gücü, ne de diğer toplumu karar alma mekanizmasından atarak ya da birleşik kurumlardan çekilerek çözülemeyeceğini gösteriyor. Liderlerimize, siyasi olarak daha da güçlenmek için, akıllıca hareket etmeleri ve bu krizden bişeyler öğrenmeleri için sesleniyoruz. Barışı şimdi istiyoruz! Dayanışma - Kıbrıslı blogcular

Solution now! Çözüm Şimdi! Λύσην τωρά!

  1. We Greek Cypriots, Turkish Cypriots, Armenian Cypriots and Maronite Cypriots, foreigners and locals living and loving this land, state that we don't want it to be unified with any other state or remain divided. We call upon Greek Cypriot and Turkish Cypriot political parties that support a solution to take the initiative to inform everyone abroad and in Cyprus that this is the belief and the strategic purpose of the people's majority. The main convergence necessary to overcome the impasse today is for each community to know and to trust the real aims of the other. We call upon the political forces to stand by the leaders' effort to achieve a solution by manifesting in a real and specific way the political context within which the federation will be built.

  2. We the undersigned will not allow our thoughts to be influenced by the glamor of old battles. We act together and rationally aiming for peace and a common future. We call upon the leaders to let go of pride and focus on the work that needs to be done to overcome the existing difficulties. We call upon them to stop wasting energy trying to humiliate each other and blaming each other. The people need to see the leaders actively demonstrate how our future federation can function.

  3. We study the facts of history in order to formulate our perspectives about the past and get inspired towards building a beautiful and peaceful future. The leaders should call upon the educational institutions of the two communities to state that they are intent on applying educational principles that respect history as a science and not as a political tool, with respect to students as free humans with their own judgment.

  4. We call on the political parties that consider themselves to be pro-solution to declare that they will abstain from any electioneering activity for up to 4 months before the elections, in order to give the leaders ample time to conclude their current effort, or if there's not enough time to get past the point of no return, so that the effort can be continued by whoever is elected. We call on the two leaders to focus on the outstanding issues of the problem so that we can soon arrive at the final convergences that will define the shape of the solution. We desire the next elections to be federal so that all Cypriots can vote for the leaders who will implement the solution and will cement federal peace on the island.

  5. We call on political parties, organizations and civil society to take the initiative of informing the people. Aw we move in the difficult issues around security, there should be bicommunal gatherings where Turkish Cypriot pro-solution politicians will explain their fears and perspective to a Greek Cypriot audience and Greek Cypriot pro-solution politicians will explain to a Turkish Cypriot audience their fears and perspective. We call on progressive civil society organizations, cultural groups, artist and professional associations to dare and take the crucial steps towards peaceful reunification, by creating bicommunal federations, giving their organizations a new dynamic by addressing all Cypriots.

  6. The present crisis shows that the impasse in Cyprus can be overcome neither by imposing the opinion of the majority of one community over the other, nor by a minority veto blocking decision-making, nor by resorting to the military strength of third countries, nor by ruling out the other community from decision-making or walking out from joint institutions. We call on our leaders to become wiser and learn from this crisis, so as to emerge politically stronger.

Ιδεολογικά Διλήμματα στο εσωτερικό του Ελληνοκυπριακού Εθνικισμού

του Κυριάκου Παχουλίδη, Εκπαιδευτικού/ Κοινωνικού Ψυχολόγου

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη, Δύο Απόπειρες και μια Δολοφονία(1), στο οποίο, με αφετηρία τα γεγονότα της Κοφίνου το Νοέμβριο του 1967, διερευνά την ανάμειξη της Χούντας των Αθηνών και τη δράση της στις εξελίξεις του Κυπριακού την περίοδο 1967 - 1970. Ο Δρουσιώτης, μέσα από συστηματική μελέτη πρωτογενών πηγών και εγγράφων, έχοντας στη διάθεσή του το Αρχείο του πρώην Αρχηγού της ΚΥΠ, Γεώργιου Τομπάζου και μη διστάζοντας να κάνει και αυτοκριτική αναθεωρώντας προηγούμενές του εκτιμήσεις και ερμηνείες, επιχειρεί μια κριτική θεώρηση της εποχής που μελετά μακριά από προκαταλήψεις και ιδεοληπτικές εμμονές. Σε αντίθεση με τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, ο οποίος περιοριζόμενος στην καταγγελία της καταστροφικής για τον τόπο, αντιδημοκρατικής και εγκληματικής δράσης των ακραίων εθνικιστικών στοιχειών ολόκληρη την περίοδο από το 1960 μέχρι το 1974, την χρησιμοποιεί σαν ένα είδος δεξαμενής του Σιλωάμ, μέσα στην οποία ξεπλένεται η ελληνοκυπριακή κοινότητα (και ιδιαίτερα η επίσημη πολιτική του Κυπριακού Κράτους το οποίο βρισκόταν υπό τον πολιτικό της έλεγχο) από κάθε ενοχή σε σχέση με ό,τι έγινε στον τόπο τη συγκεκριμένη περίοδο, ο Δρουσιώτης δε διστάζει να ασκήσει αυστηρή κριτική τόσο στην πολιτική του Προέδρου Μακαρίου και της λεγόμενης μακαριακής παράταξης όσο και στη δράση της ακροδεξιάς και της λεγόμενης γριβικής παράταξης, επιχειρώντας να αποστασιοποιηθεί από τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της εποχής δείχνοντας διάθεση να αντιμετωπίσει κάθε ιστορικό πρωταγωνιστή με δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο. Το κατά πόσο το κατορθώνει παραμένει ανοιχτό στην κρίση του κάθε αναγνώστη. Η ανάγνωση την οποία επιχειρεί ο Δρουσιώτης τόσο μέσα από το συγκεκριμένο του βιβλίο όσο και μέσα από το προηγούμενο με τίτλο Η Πρώτη Διχοτόμηση(2), συμβάλλει αποφασιστικά στην αποδέσμευση των ιστορικών γεγονότων από την αποκλειστική διασύνδεσή τους με άτομα και προσωπικές επιλογές ή από σενάρια που μιλούν για διεθνείς συνωμοσίες, αναδεικνύοντας παράλληλα, εμμέσως πλην σαφώς, τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η ιδεολογία ως μήτρα κοινωνικών αναπαραστάσεων, στάσεων και πεποιθήσεων, πεδίο οικοδόμησης κοινωνικών ταυτοτήτων και κατ΄ επέκταση ως πλαίσιο οργάνωσης της συλλογικής δράσης.

Οι Billig κ.ά. (1998)(3), σε αντίθεση με άλλους ερευνητές και διανοητές,(4) υποστηρίζουν ότι η ιδεολογία, είτε αυτή αφορά το συγκροτημένο προϊόν του φιλοσοφικού και διανοητικού αναστοχασμού είτε αφορά το γενικότερο τρόπο που μια συλλογική οντότητα προσλαμβάνει τη σχέση της με το χώρο, το χρόνο και τον κόσμο, αποτελεί γενέθλιο χώρο συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων. Σύμφωνα με τους ίδιους ερευνητές, κάθε ιδεολογία φέρει ή παράγει διλημματικά θέματα και αντιθετικά σχήματα που αναδεικνύονται σε κεντρικά ενδο-ιδεολογικά διακυβεύματα παρεισφρέοντας στην καθημερινή σκέψη και δράση.

Η προσέγγιση της ιδεολογίας ως χώρου ανάδυσης και διαχείρισης ιδεολογικών διλημμάτων θεμελιώνεται στη ρητορική προσέγγιση των κοινωνιοψυχολογικών φαινομένων (Billig, 1987)(5) και υπογραμμίζει ότι το ιδεολογικό πλαίσιο επιτρέπει και επιβάλλει τη γόνιμη σκέψη και τον προβληματισμό, καλλιεργεί το διάλογο και τροφοδοτεί αντιπαραθέσεις, τόσο σε ιδιωτικό (ενδο-ατομικό) όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Κατά τον τρόπο αυτό, η συγκεκριμένη προσέγγιση τοποθετείται απέναντι σε όσες προσεγγίσεις θέλουν την ιδεολογία ως ένα συνεκτικό, άκαμπτο και δογματικό σύστημα που οδηγεί σε ένα αφόρητα καταναγκαστικό τρόπο σκέψης επιφυλάσσοντας για τα ιδεολογικά υποκείμενα αποκλειστικά το ρόλο του καταναλωτή ιδεολογικού λόγου: υποκείμενα δηλαδή χωρίς κριτική σκέψη υποταγμένα στα ιδεολογικά προστάγματα. Σε μια πραγματικά πρωτότυπη εργασία ο Billig καταδεικνύει ότι ακόμη και στο εσωτερικό μιας για τους περισσότερους, άκαμπτης και απόλυτα συνεκτικής ιδεολογίας που απαιτεί και εξασφαλίζει την τυφλή υποταγή των οπαδών της, της φασιστικής ιδεολογίας, αναδύονται ενδο- ιδεολογικά διλήμματα γύρω από τα οποία συγκροτούνται ενδο-ομαδικά ρεύματα και αντιπαραθέσεις. Μέσα από την έρευνα του ο Billig καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι, αφενός, το περιεχόμενο των κοινωνικών ταυτοτήτων (στην προκειμένη περίπτωση η φασιστική ταυτότητα) δεν είναι ούτε μονοσήμαντο αλλά και ούτε σταθερό και άκαμπο και, αφετέρου, ότι οι διαφορετικές θέσεις/εκφράσεις της ταυτότητας λειτουργούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στην πρόσληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και την κοινωνική συλλογική δράση.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στη μακαριακή και τη γριβική παράταξη στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας τη δεκαετία του 1960, μπορεί να ερμηνευτεί ως μια (ενδο-) ιδεολογική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κυρίαρχου ελληνικού αλυτρωτισμού στο νησί. Και οι δύο παρατάξεις, κινούμενες στο πεδίο σημαινόντων συμβόλων που ο ελληνικός εθνικισμός εγκαθίδρυσε στο νησί στα τέλη του 19ου και τις απαρχές του 20ου αιώνα(6), ήταν κοινωνοί/φορείς της ίδιας ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου και του λαού της εκφράζοντας και οι δύο μια ουσιοκρατική ελληνοκεντρική εκδοχή της εθνικής ταυτότητας. Η αναπαράσταση αυτή προβλέπει μια ελληνοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας του νησιού, νομιμοποιεί την πολιτική επιδίωξη της ένωσης με την Ελλάδα και καθορίζει την ελληνική ταυτότητα των ελληνόφωνων Χριστιανών κατοίκων του.

Η αντιπαράθεση μεταξύ μακαριακών και γριβικών δεν αφορούσε την ουσία του προβλήματος (και για τις δύο πλευρές, ή καλύτερα για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων η Κύπρος ήταν ένα ακόμη ελληνικό νησί) ούτε και τον επιθυμητό στόχο (“ένωση”) αλλά τον τρόπο που θα επιτυγχανόταν ο στόχος αυτός. Η πρώτη ρήξη σημειώθηκε με σημείο αναφοράς τον τρόπο προσέγγισης (αναπαράσταση) της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφορούσε το βαθμό που αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους στόχους της εθνικής ολοκλήρωσης (ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα). Η μακαριακή παράταξη προσλάμβανε την Κυπριακή Δημοκρατία ως ένα μεταβατικό στάδιο στην πορεία για την εθνική ολοκλήρωση, υποδεικνύοντας τους κινδύνους που ενείχε η μονομερής της εγκατάλειψη και υποδεικνύοντας ως επιβεβλημένη πορεία την προσπάθεια βελτίωσης της Συμφωνίας της Ζυρίχης/Λονδίνου. Από την άλλη πλευρά, η ενωτική – εθνικόφρων παράταξη (γριβική παράταξη) προσλάμβανε την Κυπριακή Δημοκρατία ως απειλή για την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου, θεωρώντας ότι επιβαλλόταν η μονομερής καταγγελία της Συμφωνίας Ζυρίχης – Λονδίνου και η συνέχιση της μαχητικής διεκδίκησης της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Στην πορεία της δεκαετίας του 1960 σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητείται ο ηγεμονικός χαρακτήρας της ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου από καμιά οργανωμένη ή μη οργανωμένη πολιτική οντότητα. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας, η αντιπαράθεση μακαριακών/γριβικών κορυφώνεται, καθώς αρθρώνεται γύρω από το δίπολο το οποίο ο ίδιος ο Πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διατύπωσε, διαχωρίζοντας το εφικτό (“ένωση”) από το ευκταίο (μια ανεξάρτητη πλην όμως ελληνική Κύπρος(7)).

Τόσο η αρχική αντιπαράθεση, γύρω από το δίλημμα, αποδοχή των Συμφωνιών με προοπτική τη μελλοντική τους βελτίωση vs άμεση καταγγελία των Συμφωνιών, όσο και η τελική (για την περίοδο πριν το 1974) αντιπαράθεση γύρω από το δίλημμα, εφικτό vs ευκταίο αποτελούν εκφράσεις της ίδιας αντιθετικής αντινομίας, διαλλακτικότητα (μετριοπάθεια, συμβιβασμός) vs αδιαλλαξία (αγωνιστικότητα, ανυποχωρητικότητα).

H αντιθετική αντινομία, αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα vs διαλλακτικότητα/υποχωρητικότητα, διατρέχοντας διαχρονικά το πεδίο σημαινόντων συμβόλων του ελληνικού εθνικισμού της Κύπρου προσαρμόζεται στις εκάστοτε πολιτικές εξελίξεις έχοντας διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο και λειτουργώντας ως οργανωτική αρχή γύρω από την οποία στοιχίζονται πολιτικές παρατάξεις με διαφορετικά πολιτικά προγράμματα σε σχέση με τις μελλοντικές επιλογές της κοινότητας.

Γύρω από τη συγκεκριμένη αντινομία αρθρώθηκε η πρώτη ουσιαστική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του ελληνικού εθνικισμού της Κύπρου, το αποτέλεσμα της οποίας θεμελίωσε το μαχητικό ενωτικό κίνημα και έθρεψε τη διαλεκτική της μισαλλοδοξίας στο νησί. Πρωταγωνιστές αυτής της πρώτης ενδο-ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν από τη μια η εθνικόφρων/αδιάλλακτη και από την άλλη η διαλλακτική/μετριοπαθής παράταξη. Η αντιπαράθεση των δύο παρατάξεων εξέφραζε από τη μια τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε μια πιο παραδοσιακή, μάλλον εθνοθρησκευτική έκφραση της συλλογικής ταυτότητας (διαλλακτικοί) και μια πιο νεωτερική, κοσμική (εθνικιστική) και συνάμα, για την εποχή, ριζοσπαστική, έκφρασή της, και από την άλλη, μια διαφοροποίηση στην προσέγγιση των σχέσεων με τη Βρετανική Αρχή και τον τρόπο διεκδίκησης του κοινού στόχου/αιτήματος (πολιτική ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα). Ο Νικόλαος Καταλάνος (1914/2003, σελ. 155-156)(8), μαχητικός υπέρμαχος της παράταξης των εθνικοφρόνων, σημειώνει σχετικά:

“Από ικανού ήδη χρόνου εν τω Νομοθετικώ εξεδηλώθη αντίθεσις και διάστασις φανερά μεταξύ των Ελλήνων αντιπροσώπων ου μόνον περί τας γνώμας και κρίσεις επί των διαφόρων νομοθετικών μέτρων […] αλλά και προς την στάσιν και την πολιτεία του τόπου έναντι της κυβερνήσεως. Οι μετριόφρονες και διαλλακτικοί εφαίνοντο φρονούντες ότι θα επετύγχανον υπέρ του τόπου πλείονα αγαθά οικονομικά και πολιτικάς ίσως ελευθερίας...”

Οι εθνικόφρονες/αδιάλλακτοι, προτάσσοντας μια πιο μαχητική και πιο διεκδικητική πολιτική πρόταση, επέμεναν στα τέλη του 19ου αιώνα ότι τη λύση στα προβλήματα του κυπριακού λαού (των Ελλήνων της Κύπρου) θα έδινε μόνο η ένωση με την Ελλάδα, σε αντίθεση με τους μετριοπαθείς/διαλλακτικούς οι οποίοι επιλέγουν μια πιο πραγματιστική και ρεαλιστική πολιτική (αλλά συνάμα και πιο συντηρητική), φιλοδοξώντας να επιτύχουν επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες του νησιού μέσα από την οικοδόμηση καλών σχέσεων με τη Βρετανική Αρχή.

Χαρακτηριστική έκφραση του διλήμματος, αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα vs διαλλακτικότητα/υποχωρητικότητα, σημειώνεται με αφορμή την πρόταση της Βρετανικής Αρχής για τη σύγκλιση Διασκεπτικής το 1947.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βρετανική Κυβέρνηση, διαψεύδοντας τις ελπίδες των Ελληνοκυπρίων ότι θα μπορούσε να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα στα πλαίσια των καλών σχέσεων των δύο χωρών, αποφασίζει να προχωρήσει στην αποκατάσταση των πολιτικών και συνταγματικών ελευθεριών στο νησί. Για το σκοπό αυτό και μη επιθυμώντας να επιβάλει στην αποικία κάποια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης, έλαβε την απόφαση να συγκαλέσει σε μια Διασκεπτική Συνέλευση τους εκπροσώπους του κυπριακού πληθυσμού, προκειμένου να τη συμβουλεύσουν αναφορικά με τη μορφή του συντάγματος το οποίο θα ήταν κατάλληλο για της συγκεκριμένες συνθήκες της Κύπρου (Κατσιαούνης, 2000, σελ. 228)(9) . Η σύγκλιση της Διασκεπτικής, το καλοκαίρι του 1947, αντιμετωπίστηκε με διαφορετικό τρόπο από τις δύο κεντρικές πολιτικές ελληνοκυπριακές παρατάξεις παραπέμποντας άμεσα στο ιδεολογικό δίλημμα μετριοπάθεια/υποχωρητικότητα vs αδιαλλαξία/ανυποχωρητικότητα. Η εθνικόφρων παράταξη απέρριψε κατηγορηματικά τη συμμετοχή της στη Διάσκεψη χαρακτηρίζοντας τη σύγκλιση της Διασκεπτικής Συνέλευσης ως παγίδα και κάλεσε τον “κυπριακό λαό ” όπως ομόθυμα συνεχίσει τον αγώνα με αποκλειστικό στόχο την ένωση. Σε διάγγελμά10 του τη 14η Ιουλίου 1947 o Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος σημείωνε χαρακτηριστικά ότι με την πρόσκληση της η Βρετανική Κυβέρνηση

“…προσφέρει στον Κυπριακόν Λαόν την μάχαιραν, ίνα ούτος με τας ιδίας του χείρας σφαγιάση το εθνικόν αυτού δίκαιον. Καθότι είναι αναμφισβητήτως πρόδηλον ότι εις τούτο κατατείνει οιαδήποτε συνεργασία του Κυπριακού Λαού προς επεξεργασίαν Συντάγματος και είναι αυτονόητον ότι δια ταύτης συνεργασίας εν τη Συμβουλευτική Συνελεύσει επιζητείται να προσυπογράψει ο Κυπριακός Λαός την συνέχισιν της δουλείας του […] πάσα παρέλκυσις της δια της Ενώσεως λύσεως του Κυπριακού ζητήματος θα εσήμαινε παράτασιν αφορήτου δουλείας.” Από την άλλη πλευρά η Παράταξη Εθνικής Συνεργασίας, καρπός της συνεργασίας του κομουνιστικού Α.Κ.Ε.Λ. με μια ομάδα φιλελεύθερων αστών (με επικεφαλής τον Ιωάννη Κληρίδη), με δεδομένη την άρνηση της Εθνικόφρονος Παράταξης να συναινέσει στη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου, αποφάσισε να λάβει μέρος στη Διάσκεψη θεωρώντας ότι το σύνταγμα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέσο διεξαγωγής του εθνικού αγώνα για την προώθηση της ένωσης. Σε σχετική της ανακοίνωση(11), σημειώνοντας ότι η απουσία ολόπλευρης οργάνωσης στις δεδομένες συνθήκες συνιστούσε γελοιοποίηση του ενωτικού αγώνα του κυπριακού λαού, σημείωνε ότι αποφάσισε όπως

“τα μέλη της όσα προσεκλήθηκαν ή θα προσκληθούν εις την Συμβουλευτικήν Διάσκεψιν να αποδεχθούν την πρόσκλησιν αφού καταστήσουν σαφές εις την Κυβέρνησιν ότι η αποδοχή των δεν σημαίνει παραμέρισιν της Ενωτικής αξιώσεως του Λαού ή απαλλαγήν της Μ. Βρεττανίας από την ασυνέπειαν προς την αρχήν της αυτοδιαθέσεως των Λαών δια την οποίαν εκαξολουθούμεν να την κρατούμεν υπόδικον έναντι της παγκοσμίου φιλελευθέρας γνώμης και ότι ο Λαός θα χρησιμοποιήση τας εξουσίας τας οποίας θα αποκτήση με το νέον Σύνταγμα δια να επιδιώξει εντονώτερον και αποτελσματικώς την εθνικήν απελευθερώσιν της Νήσου.”

Όσοι έτυχε να παρακολουθήσουν τη φετινή παράσταση του Θ.Ο.Κ. "Νεφέλες" αρκεί να αναλογιστούν τον ενθουσιώδη τρόπο με τον οποίο το κοινό υποδέχτηκε το στίχο της δεύτερης παράβασης "Κύπρος χρυσή/ Κύπρος νησί/ Κύπρος μισή/ Ελλάδα" για να αντιληφθούν την ισχύ της ελληνοκεντρικής αναπαράστασης της Κύπρου ακόμη και σήμερα στο εσωτερικό της ελληνοκυπριακής κοινωνίας. Ο ελληνικός εθνικισμός, έχοντας μετεξελιχθεί πλέον σε ένα ελληνοκυπριακό εθνικισμό, συνεχίζει να οργανώνεται γύρω από το ίδιο ιδεολογικό δίλημμα. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα από τη συγκρουσιακή αντιπαράθεση δύο διαφορετικών προσεγγίσεων στο Κυπριακό, οι οποίες διατρέχουν εγκάρσια το φάσμα του κομματικού χώρου (Περιστιάνης, 1995)(12). Οι υποστηριχτές της απορριπτικής/πατριωτικής γραμμής υιοθετούν μια πιο σκληρή στάση στο Κυπριακό. Εμφανιζόμενοι, αν όχι εντελώς αρνητικοί, τουλάχιστον ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στην προοπτική μιας ομοσπονδιακής διευθέτησης του προβλήματος, κατηγορούνται από τους πολιτικούς τους αντιπάλους ότι η εφαρμογή της πολιτικής τους δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε οποιαδήποτε λύση και ως εκ τούτου οδηγεί στη μονιμοποίηση της διχοτόμησης. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηριχτές της ενδοτικής/ρεαλιστικής γραμμής υποστηρίζουν ότι ο μόνος δρόμος προς την επανένωση είναι η αναζήτηση μιας λύσης στη βάση της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας (ως ο ύστατος συμβιβασμός της ελληνοκυπριακής κοινότητας). Οι πολιτικοί τους αντίπαλοι τους κατηγορούν ότι με την πολιτική τους εξυπηρετούν ξένα συμφέροντα και συμβάλλουν στο ξεπούλημα της πατρίδας με τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής. Ο δημόσιος διάλογος (;) γύρω από το Σχέδιο Ανάν αποτυπώνει ξεκάθαρα και με σαφήνεια το διχασμό ολόκληρης της ελληνοκυπριακής κοινωνίας σε σχέση με το ιδεολογικό δίλημμα ρεαλισμός vs πατριωτισμός. Πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εθνικές ταυτότητες στην Κύπρο εξακολουθούν να οικοδομούνται μέσα στο πεδίο σημαινόντων συμβόλων το οποίο έχουν εγκαθιδρύσει οι δύο κυρίαρχοι εθνικισμοί στο νησί. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο είναι δυνατόν να επιζήσει μια οποιαδήποτε ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος χωρίς να τεθούν υπό αμφισβήτηση μονοπολιτισμικές αναγνώσεις της ιστορίας και του χαρακτήρα του νησιού. Μια τέτοια αμφισβήτηση ίσως κατορθώσει να υποστηρίξει, εκατέρωθεν της πράσινης γραμμής, ότι μια λύση που θα στηρίζεται στο συνταγματικό πατριωτισμό των πολιτών του κράτους, μια λύση στα πλαίσια της οποίας θα υπηρετείται και θα γίνεται προσπάθεια να διαφυλαχτεί η πολυπολιτισμικότητα του νησιού, που θα προωθεί την ενότητα χωρίς να απειλεί τη εθνοτική και θρησκευτική διαφορετικότητα κάθε κοινότητας και η οποία θα προάγει την ισότιμη συνεργασία απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υποψία υποταγής της μιας κοινότητας στην άλλη, δεν είναι συμβιβασμός για καμιά πλευρά αλλά το ιδεώδες πολιτειακό σύστημα για τη χώρα μας.

  1. Δρουσιώτης, Μ. (2009). Δύο Απόπειρες και Μια Δολοφονία, Η Χούντα και η Κύπρος: 1967 - 1970. Λευκωσία: Αλφάδι.
  2. Δρουσιώτης, Μ. (2005). Η Πρώτη Διχοτόμηση, Κύπρος 1963 - 1964. Λευκωσία: Αλφάδι.
  3. Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. J, and Radley, A. R. (1998). Ideological Dilemmas: A social Psychology of Everyday Thinking. London: Sage.
  4. π.χ. Manheim, Berger και Luckmann, Αlthusser.
  5. Billig, M. (1987). Arguing and Thinking. Cambridge: Cambridge University Press.
  6. Για περισσότερα δες Παχουλίδης Κ. (2007). Η Εθνική Ταυτότητα των Ελληνοκυπρίων, Κοινωνιοψυχολογική Γενετική Προσέγγιση, Αθήνα. (Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή).
  7. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την ομιλία του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, τον Αύγουστο του 1965: "Δεν επιθυμούμεν να εκδιώξωμεν εκ Κύπρου την Τουρκική μειονότητα, έστω και αν αυτή αποτελή κατάλοιπον της Οθωμανικής κατακτήσεως, ούτε και να στερήσωμεν αυτήν των αναγνωριζομένων διεθνώς μειονοτικών δικαιωμάτων. Η ύπαρξις όμως μειονότητος εις μιαν Ελληνικήν νήσον, ως η Κύπρος, Ελληνικήν από της αυγής της ιστορίας της, ουδόλως δύναται να δικαιολογήση συναιτερικόν καθεστώς επί της Νήσου ή σχέδια διχοτομικά ή εδαφικάς παραχωρήσεις εις άλλην χώραν, εκ την οποίας η μειονότης αυτή προέρχεται" (Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εις την Μονήν Χρυσορροϊατίσσης, 15/8/1965. Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, Τόμος Η΄, σελ. 130.)
  8. Καταλάνος, Ν. ( 1914/ 2003). Κυπριακόν Λεύκωμα ‘Ο Ζήνων’. Λευκωσία: Αιχμή.
  9. Κατσιαούνης, Ρ. (2000). Η Διασκεπτική 1946-1948. Με ανασκόπηση της περιόδου 1878-1945. Λευκωσία: Κυπριακό Κέντρο Ερευνών.
  10. “Διάγγελμα της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου προς τον Ελληνικόν Κυπριακόν Λαόν”, Εφημερίδα Έθνος, 14 Ιουλίου 1947, σελ. 1.
  11. “Καθολική αποχή και εθνική οργάνωσις άλλως συμμετοχή στην Συμβουλευτικήν” Εφημερίδα Ανεξάρτητος, 17 Ιουλίου 1947, σελ. 1.
  12. Περιστιάνης, Ν. ( 1995). Δεξιά-Αριστερά, Ελληνοκετρισμός – Κυπροκεντρισμός: Το εκκρεμές των συλλογικών ταυτίσεων μετά το 1974. Στο Ν. Περιστιάνης και Γ. Τσαγγαράς (επιμ.) Ανατομία μιας Μεταμόρφωσης. Η Κύπρος μετά το 1974 (σσ. 123 -156). Λευκωσία: Εκδόσεις Intercollege.

Το καλέμι, Πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Εκπαιδευτικοί και Ψευδοεκπαιδευτικοί(i)

της Κωνσταντίνας Ζάνου, Ιστορικού, ερευνήτριας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

«Οι Τουρκοκύπριοι δεν θέλουν να κυβερνούνται από την Τουρκία… Θέλουν να είναι παγκόσμιοι πολίτες… Έχουν αγανακτήσει από την έλλειψη λύσης στο Κυπριακό… Οι Τουρκοκύπριοι θέλουν ειρήνη τώρα… Για 28 χρόνια η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων λέει ψέματα. Με τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων έγιναν πλούσιοι… Σε κατηγορώ, Ντενίζ Μπαϋκάλ… είσαι ένας ψεύτης, διότι είπες ότι η Κύπρος είναι πολύ σημαντική στρατηγικά και δεν μπορούμε να δώσουμε γη πίσω στους Ελληνοκύπριους… Δεν έχεις το δικαίωμα να μιλάς για την Κύπρο… Ντενκτάς και Έρογλου είστε προδότες. Δεν έχετε αρκετό θάρρος να υπογράψετε λύση. Δεν εκπροσωπείτε τους Τουρκοκύπριους» Απόσπασμα από την ομιλία του Σιενέρ Ελτζίλ, προέδρου της Συντεχνίας Τουρκοκυπρίων Δασκάλων (KTÖS), στη μαζική διαδήλωση που έλαβε χώρα στα κατεχόμενα ενάντια στο καθεστώς Ντενκτάς (14/1/2003)i «Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, στο τέλος-τέλος, να μην καταλήξουν τα παιδιά ότι υπάρχει, υπήρχε ανέκαθεν, μια πολιτική, η πολιτική της διχοτόμησης από πλευράς της Τουρκίας. Επομένως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισωθούν τα θύματα με τους θύτες» Απόσπασμα από τις δηλώσεις του Δημήτρη Μικελλίδη, προέδρου της Παγκύπριας Οργάνωσης Ελλήνων Δασκάλων (ΠΟΕΔ), στην εκπομπή “Νέοι Φάκελοι” του Αλέξη Παπαχελά (23/3/2009)ii

Η Κύπρος είναι ίσως το μοναδικό παράδειγμα κράτους στο οποίο συνυπάρχουν δύο παράλληλες και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνικές πραγματικότητες: αυτή των ελεύθερων εδαφών κι αυτή των κατεχομένων. Η κατάσταση αυτή παρέχει πρόσφορο έδαφος για σύγκριση. Θα ήθελα, λοιπόν, να παραθέσω συγκριτικά κάποιες πρόσφατες δράσεις των τουρκοκυπριακών και ελληνοκυπριακών συνδικάτων εκπαιδευτικών (πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), προσδοκώντας ότι θα βοηθήσω έτσι τον αναγνώστη να προβεί σε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το χαρακτήρα και το ρόλο των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων. Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί Ξεκινώ με τους Τουρκοκύπριους. Ας δούμε ποια στάση τήρησε, τόσο η Συντεχνία Τουρκοκύπριων Δασκάλων (KTÖS), όσο και η Συντεχνία Τουρκοκύπριων Καθηγητών (KTOEÖS), στις κοινωνικό-πολιτικές εξελίξεις που συντάραξαν την τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 2000 και εξής, αλλά και την τοποθέτησή της σε ορισμένα, πιο πρόσφατα γεγονότα της εκπαιδευτικής πολιτικής των κατεχομένων: Όπως αναλύεται επαρκώς από τους Θέμο Δημητρίου και Σωτήρη Βλάχο στο βιβλίο τους «Προδομένη Εξέγερση», τα δύο αυτά συνδικάτα ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις αντιπολιτευτικές διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 2000-2004, ενάντια στο καθεστώς Ντενκτάς. KTÖS και KTOEÖS ανέλαβαν ηγετικό ρόλο στη δημιουργία της Πλατφόρμας που συστάθηκε στις 9 Ιουλίου 2000 και που έφερε την ονομασία «Αυτή η Χώρα είναι Δική μας». Οι στόχοι της Πλατφόρμας, που αποτελούνταν ουσιαστικά από 41 οργανώσεις (τόσο συνδικάτα, όσο και πολιτικές οργανώσεις του αντιπολιτευόμενου χώρου), θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια φράση από την προκήρυξή της το Μάιο του 2001: «Εμείς, ως Τουρκοκύπριοι που αντιτασσόμαστε στην προσάρτηση της πατρίδας μας από την Τουρκία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα, ζητούμε να συνεχίσουμε την ύπαρξή μας ως κοινότητα σε μια ενιαία και ομόσπονδη Κύπρο και να συνενωθούμε με τους λαούς του κόσμου».iii Ο ρόλος της Πλατφόρμας ήταν κεντρικός στα γεγονότα που έμελλε να οδηγήσουν τελικά στην πτώση του καθεστώτος Ντενκτάς και στην επανέναρξη των δικοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσης πάνω στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Το 2004, με την άνοδο του ΡΤΚ στην εξουσία, και με την πλήρη στήριξη των συνδικάτων των εκπαιδευτικών, τα βιβλία ιστορίας που διδάσκονταν μέχρι τότε στα σχολεία, άλλαξαν. Στα καινούργια βιβλία υιοθετήθηκε μια πιο κριτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων, μακριά από τις εθνικιστικές και τουρκοκεντρικές εξάρσεις του παρελθόντος.iv Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του ΡΤΚ περιελάμβανε επίσης την εισαγωγή στα σχολεία δύο νέων μαθημάτων: του μαθήματος των Ελληνικών και του μαθήματος που καλείται «Εκπαίδευση Ειρήνης». Η νέα «κυβέρνηση», ωστόσο, του Ντερβίς Έρογλου απείλησε προεκλογικά πως θα αποσύρει τα νέα βιβλία ιστορίας και θα επαναφέρει τα παλαιότερα. Οι οποιεσδήποτε ενδεχόμενες μεταρρυθμίσεις θα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν, ωστόσο, τη σθεναρή αντίσταση των συντεχνιών της KTÖS και της KTOEÖS, οι οποίες προειδοποίησαν πρόσφατα ότι θα προβούν σε κινητοποιήσεις αν η νέα «κυβέρνηση» προχωρήσει στην εφαρμογή των προεκλογικών της εξαγγελιών.v Τον Αύγουστο του 2009, οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί, με πρωτοστάτη την συντεχνία των δασκάλων, αντέδρασαν έντονα στην νέα πρακτική του «υπουργείου παιδείας» των κατεχομένων, που θέλει τους ιμάμηδες να παραδίδουν μαθήματα κορανίου στις σχολικές αίθουσες κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Μπροστά στην πρόθεση του «υπουργείου παιδείας» να εντάξει το μάθημα στα σχολεία από την ερχόμενη κιόλας σχολική χρονιά, οι εκπαιδευτικοί αντιτάσσουν το αίτημά τους για κοσμική εκπαίδευση, έτσι όπως προνοείται και από το «σύνταγμα». Όπως πολύ σωστά παρατηρεί σε ανακοίνωσή της η Πλατφόρμα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Εκπαιδευτικών «Ενωμένη Κύπρος»: «Οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί θεωρούν εκτός των άλλων ότι τέτοιες ενέργειες δεν υποβοηθούν τη διαδικασία των συνομιλιών για εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, αφού εκπέμπουν την πιο κρίσιμη στιγμή ένα διχαστικό μήνυμα. Εκδηλώνουν μια προδιάθεση πρόταξης του θρησκευτικού ζητήματος, με προφανή στόχο να τονιστούν αυτά που χωρίζουν και όχι αυτά που ενώνουν Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους».vi Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί Ας δούμε τώρα ενδεικτικά ποια στάση τήρησαν πρόσφατα τα αντίστοιχα ελληνοκυπριακά συνδικάτα εκπαιδευτικών, η ΠΟΕΔ (δάσκαλοι) και η ΟΕΛΜΕΚ (καθηγητές), απέναντι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας: Τον Φεβρουάριο η ΠΟΕΔ απέστειλε προς όλους τους δασκάλους μια διευκρινιστική ανακοίνωση σχετικά με την εξαγγελία του Υπουργείου Παιδείας για την προώθηση του πρώτου στόχου της φετινής χρονιάς, δηλ. «της καλλιέργειας κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης, αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων». Η ΠΟΕΔ ενημέρωσε «προειδοποιητικά» πως διαφωνεί με τις επισκέψεις Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών ή μαθητών στα ελληνοκυπριακά σχολεία και ξεκαθάρισε πως δεν θα δεχθεί τη διεξαγωγή σχολαστικού ελέγχου από το Υπουργείο Παιδείας για το κατά πόσον προωθείται ο στόχος αυτός σε κάθε σχολείο. Τόνισε, τέλος, πως μόνιμος στόχος της εκπαίδευσης παραμένει το «Γνωρίζω, Δεν Ξεχνώ και Αγωνίζομαι». Η πράξη αυτή της ΠΟΕΔ καταγγέλθηκε, τόσο από τον κ. Νίκο Τριμικλινιώτη (Πρόεδρο του Κυπριακού Παρατηρητηρίου για τη Ρατσισμό και τη Ξενοφοβία RAXEN), όσο και από την γράφουσα, στην Επίτροπο Διοικήσεως. Οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι με τις τοποθετήσεις της η ΠΟΕΔ υποθάλπει το φόβο και την απόσταση μεταξύ των μαθητών των δύο κοινοτήτων. Η ανακοίνωση της ΠΟΕΔ συνιστά κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, ενθάρρυνση των εκπαιδευτικών για άσκηση διάκρισης έναντι των Τουρκοκυπρίων μαθητών και δασκάλων. Σε αυτές τις καταγγελίες, ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της ΠΟΕΔ απάντησαν, ανάμεσα σε άλλα, πως αποτελεί θέση της ΠΟΕΔ ότι «… εκτός κι αν ληφθούν, πρώτα, όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση συνθηκών αμοιβαίας αποδοχής ανάμεσα σε όλους, ή τουλάχιστο στη μεγάλη πλειοψηφία τους, τους ενήλικες Ε/Κ και Τ/Κ, η αποδοχή αυτή δεν είναι δυνατό και δεν πρέπει να ζητείται να επιτευχθεί μέσω των μαθητών των σχολείων μας…». Τονίζοντας ότι η μισή Κύπρος εξακολουθεί να κατέχεται «από ένα παράνομο καθεστώς που δύσκολα μπορεί να διακριθεί από τους Τ/Κ», η ΠΟΕΔ διερωτήθηκε «ποιες επιπτώσεις πιθανό να έχει η συγκεκριμένη και παρόμοιες ενέργειες προτού δοθεί οριστική λύση στο Εθνικό μας πρόβλημα». Η οργάνωση εξέφρασε παράλληλα φόβο ότι «… η απρόβλεπτη εξέλιξη και ανεπιτυχής εφαρμογή όσων επιδιώκονται μέσα από τη συγκεκριμένη πτυχή του υπό προώθηση στόχου, θα δημιουργήσει πιθανό στα παιδιά ανεπανόρθωτη ψυχολογική και άλλη βλάβη». Φαίνεται όμως πως οι εξηγήσεις αυτές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές από την Επίτροπο Διοικήσεως, αφού σε έκθεσή της με ημερομηνία 5 Ιουνίου 2009, καλεί την οργάνωση να επανεξετάσει τη στάση της και αποφαίνεται πως: «Η συγκεκριμένη ανακοίνωση υποδηλώνει μια δυσπιστία και καχυποψία έναντι των Τουρκοκυπρίων μαθητών και δασκάλων, που δε συνάδει με το γενικό στόχο του Υπουργείου αλλά και με τις δεδηλωμένες επιδιώξεις της ίδιας της Οργάνωσης. Από την άποψη αυτή, και χωρίς να παραγνωρίζω τις ευαισθησίες της ΠΟΕΔ για το συγκεκριμένο θέμα και την παιδεία γενικότερα, έχω την άποψη ότι η αντίδραση υπήρξε βεβιασμένη… Έχω μελετήσει με προσοχή τις ανησυχίες που εκφράζει η οργάνωση ως προς τις συναισθηματικές και άλλες επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει σε μαθητές ή/και εκπαιδευτικούς η πραγματοποίηση των επισκέψεων Τουρκοκυπρίων στα δημοτικά σχολεία. Υπάρχει, όμως και η θέση, και είναι πεποίθησή μου, ότι επαφές αυτού του τύπου υποβάλλουν αυτονόητα την ιδέα μιας φυσικής επαφής νέων παιδιών των δύο κοινοτήτων μέσω της εκπαίδευσης. Υπό ευνοϊκές συνθήκες, και όχι σε φορτισμένο κλίμα, συμβάλλουν ουσιαστικά στη επαφή των νεότερων μελών των δύο κοινοτήτων και αυξάνουν τις πιθανότητες εκπλήρωσης του γενικότερου στόχου εμπέδωσης κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τις ειδικότερες απόψεις για ενδεχόμενη διατάραξη της ομαλότητας από τέτοιες επισκέψεις, θεωρώ ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει τις δυνατότητες πρόληψης, διαχείρισης και αντιμετώπισης οποιωνδήποτε δυσάρεστων συμβάντων με αφορμή τις επισκέψεις αυτές».vii Τον Γενάρη, η ΟΕΛΜΕΚ εξέδωσε ανακοίνωση διαμαρτυρίας εναντίον του μηνύματος του Υπουργού Παιδείας προς τα σχολεία με την ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής του Μακαρίου. Πιο συγκεκριμένα, απαίτησε να αφαιρεθεί από το μήνυμα η παράγραφος που αναφέρεται στις «διακοινοτικές συγκρούσεις, τις οποίες προκάλεσαν παράνομες και εξτρεμιστικές ε/κ και τ/κ οργανώσεις, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στην τραγωδία του 1974». Η ΟΕΛΜΕΚ έδωσε έμμεσα έτσι το δικό της στίγμα στη δημόσια συζήτηση που διεξαγόταν παράλληλα γύρω από την αλλαγή των βιβλίων της ιστορίας. Στην επιστολή της αποπειράται να αποκαταστήσει την «ιστορική αλήθεια», διευκρινίζοντας ότι οι συγκρούσεις της περιόδου ’63-’67 δεν ήταν ακριβώς «διακοινοτικές», αφού διεξήχθησαν μεταξύ των νομίμων δυνάμεων του κράτους, που αγωνίστηκαν για την προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και της εξτρεμιστικής τουρκοκυπριακής οργάνωσης Τ.Μ.Τ. Τονίζει, τέλος, πως τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στον «αυτόβουλο» εγκλωβισμό των Τουρκοκυπρίων σε θύλακες.viii Η αντίδραση της ΟΕΛΜΕΚ κορυφώθηκε τον Μάιο του 2009, με την απόφαση του Πανεπιστημίου Κύπρου να δεχθεί ως φοιτητές ένα ποσοστό υποψηφίων (3%) στη βάση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων τους για τα GCE ή άλλες διεθνείς εξετάσεις. Η μεταρρύθμιση αυτή, που θα δώσει ουσιαστικά το εισιτήριο για το πανεπιστήμιο και σε κάποιους μη ελληνόφωνους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρίσκει κάθετα αντίθετη την ΟΕΛΜΕΚ. Προφασιζόμενη την «άνιση μεταχείριση» των υποψήφιων φοιτητών, όπως και τον «φόβο υπόσκαψης» των παγκυπρίων εξετάσεων, η ΟΕΛΜΕΚ ομογνωμονεί στην ουσία με όσους βλέπουν να απειλείται η ελληνοκεντρικότητα της μάθησης στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τα συμπεράσματα από αυτή τη σύγκριση ανήκουν βέβαια στον αναγνώστη. Δεν μπορώ, ωστόσο, να αποσιωπήσω μια δική μου πρώτη διάγνωση. Ότι δηλαδή οι εκπαιδευτικοί ένθεν και ένθεν της Πράσινης Γραμμής αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα δύο κοινωνικο-ιδεολογικές στάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες: την προοδευτικότητα και το συντηρητισμό.

i. Το άρθρο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη εκδοχή του ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύτηκε στην εφ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (έκδοση Κύπρου), 7/6/2009. ii. Παρατίθεται στο: Θέμος Δημητρίου και Σωτήρης Βλάχος, Προδομένη Εξέγερση, Λευκωσία, 2007, σ. 103. iii. Μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εκπομπή στην ιστοσελίδα: http://www.greektube.org/content/view/57449/2/ iv. Στο Δημητρίου και Βλάχος, Προδομένη Εξέγερση, σ. 84. v. Για μια αναλυτική εξέταση του θέματος, παραπέμπω στο: Γιάννης Παπαδάκης, «Ιστορίες για Κυπρίους: Ταυτότητα και Ετερότητα στα Ελληνοκυπριακά και Τουρκοκυπριακά Σχολικά Εγχειρίδια Ιστορίας της Κύπρου», στο Ι. Ιωσήφ και Γ. Σωκράτους (επιμ.), Ετερότητα και Εκπαίδευση, Αθήνα, 2008, σ. 193-220. vi. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα, ο νέος «υπουργός παιδείας» των κατεχομένων, Κεμάλ Ντουρούστ, δήλωσε τελικά πως τα βιβλία ιστορίας δεν θα αλλάξουν, αλλά «γίνονται εργασίες ώστε να εξαλείψουν τα κενά» (21/8/2009). vii. «Οι Τουρκοκύπριοι εκπαιδευτικοί αντιδρούν στην εισαγωγή του μαθήματος των θρησκευτικών στα Δημοτικά σχολεία» (ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου 2009): http://platformaenomenikipros.blogspot.com/2009/08/blog-post.html viii. Τόσο η ίδια η ανακοίνωση της ΠΟΕΔ, όσο και η απάντησή της στις καταγγελίες που δέχτηκε, εμπεριέχονται στη σχετική έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως (Αρ. Φακ.: ΑΚΡ 24/2009, ΑΚΡ 28/2009, Λευκωσία, 5 Ιουνίου 2009): http://www.ombudsman.gov.cy/Ombudsman/ombudsman.nsf/presentationsArchive_gr/presentationsArchive_gr?OpenDocument ix. Η σχετική ανακοίνωση υπάρχει στην ιστοσελίδα: http://www.oelmek.org/dnn/ΑρχείοΕξερχομένων/ΕπιστολέςπροςΥπουργόΠαιδείαςκαιΠολιτισμού/tabid/69/Default.aspx

Το καλέμι, Πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Η βαριά κληρονομιά του πολιτικού και εκπαιδευτικού συστήματος

του Παύλου Μ. Παύλου

Πολλές φορές έχουμε την αίσθηση ότι οι ακραίες αντιδράσεις σε ζητήματα που αφορούν το πολιτικό θέμα και την εκπαίδευση αγγίζουν τα όρια του παραλογισμού. Οι ρίζες της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν είναι μόνο βαθιές, αλλά και αποδεδειγμένα ανθεκτικές. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο ή υπεραισιόδοξο, είναι ίσως η πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της Κύπρου που η κυρίαρχη ιδεολογία δοκιμάζεται πραγματικά και αντιμετωπίζει σοβαρές πιθανότητες θεμελιακής αμφισβήτησης. Φτάνει να ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε...

Η Ιστορία – είτε μας αρέσει είτε όχι – είναι εξαιρετικά παρούσα.

Λόγω του συστήματος των εθνικοθρησκευτικών κοινοτήτων πάνω στο οποίο ήταν δομημένη η οθωμανική διοίκηση, η κυπριακή Εκκλησία απέκτησε από το 16ο αιώνα πρωτόγνωρα προνόμια. Εκτός των άλλων, είχε φοροθετικές και φοροσυλλεκτικές αρμοδιότητες, διοικητικά καθήκοντα – σε συνεργασία με τους τοπικούς Οθωμανούς διοικητές – και ο Αρχιεπίσκοπος ήταν ο άμεσος υπεύθυνος για το χριστιανικό πληθυσμό απέναντι στο Σουλτάνο. Τα υπερπρονόμια αυτά – τα οποία δεν αποσιωπούν ούτε και γνωστοί συντηρητικοί ιστορικοί(1) - τέθηκαν υπό αμφισβήτηση με το πέρασμα της Κύπρου κάτω από βρετανική διοίκηση το 1878. Οι Βρετανοί, λειτουργώντας στα πρότυπα του κοσμικού κράτους, προώθησαν διοικητικές ρυθμίσεις(2) οι οποίες αναπόφευκτα αφαιρούσαν σημαντικές εξουσίες από την Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο. Εν μέρει η έντονη αντίδραση της Εκκλησίας απέναντι στη βρετανική διοίκηση, η υιοθέτηση ανένδοτου ενωτικού αγώνα και η αντιπαραθετική λογική που επικράτησε (σε αντίθεση με τη στάση πλήρους συνεργασίας και προσαρμογής που τηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής διοίκησης), οφείλονται σε αυτή την απώλεια διοικητικών και οικονομικών προνομίων. Παρά τη χρήση όχι πάντα νόμιμων (και από ηθική άποψη) μεθόδων(3), η Εκκλησία έχασε τη δυνατότητα άσκησης ουσιαστικής διοίκησης, καθώς και τη δυνατότητα σοβαρών οικονομικών διαπλοκών(4).

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, προκειμένου να διατηρήσει τον πολλαπλά κυρίαρχο ρόλο της, η Εκκλησία της Κύπρου και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είχαν ανοιχτά δυο πεδία δράσης: τη διαχείριση της αρχής της αυτοδιάθεσης και την εκπαίδευση. Από τα πρώτα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας, η διοίκηση άφησε μεγάλα περιθώρια στην Εκκλησία για άσκηση αυτών των «αρμοδιοτήτων». Με διοικητικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την εκπαίδευση(5), αλλά και με σχετική αποδοχή του Αρχιεπισκόπου ως «εθνικού ηγέτη» των Ελληνοκυπρίων – τουλάχιστον μέχρι το 1931 – εδραιώθηκε σταδιακά η κυριαρχία της Εκκλησίας σε αυτά τα δύο πεδία.

Με τα Οκτωβριανά του 1931, το τμήμα της αστικής τάξης της Κύπρου, το οποίο δεν ελεγχόταν άμεσα από την Εκκλησία, ηττάται οριστικά. Η λογική του «όποιος συνομιλεί με τους Βρετανούς είναι προδότης – Ένωσις και μόνον Ένωσις», επιβάλλεται τελεσίδικα, υποχρεώνοντας ακόμη και μετριοπαθείς ανώτερους κληρικούς (π. χ. Νικόδημος Μυλωνάς), να υπηρετήσουν τη φιλοδοξία τους για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο μέσα από την αδιάλλακτη και ακραία πολιτική(6). Την αμέσως επόμενη περίοδο, οι Βρετανοί συνειδητοποιούν τον πολιτικό ρόλο του ελέγχου της εκπαίδευσης και προσπαθούν να επιβληθούν – κυρίως στη δευτεροβάθμια, την οποία είχαν αφήσει σχεδόν εξολοκλήρου στα χέρια της Εκκλησίας – χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα(7). Αντίθετα, αυτή τους η επιλογή (και η αποτυχία της) δίνει στην Εκκλησία τη δυνατότητα να θεωρήσει την εκπαίδευση ως ένα «άπαρτο κάστρο» της, και να συνδέσει πλέον άμεσα τις δύο πολιτικές της: εκείνη που αφορούσε το πολιτικό ζήτημα («Ένωση») και εκείνη που αφορούσε την Εκπαίδευση(8). Η τελευταία γίνεται πια φορέας δυναμικής εθνικοθρησκευτικής πολιτικής – σε αντίθεση με την οθωμανική περίοδο, οπότε η εκπαίδευση χρησιμοποιούνταν ως βραχίονας διοικητικής και θρησκευτικής υπακοής.

Η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της Εκκλησίας στον πολιτικό στίβο (μέχρι και το 1955-9) και στην εκπαίδευση, επιβάλλει έναν καθαρά μεταφυσικό και απόλυτο χαρακτήρα και στα δύο. Η «Ένωση» από πολιτική επιλογή ή στόχος, μετατρέπεται σε μια υπερφυσική κατάσταση, μια οντότητα ανεπηρέαστη από την πραγματικότητα και μάλιστα σε πείσμα της. Παράλληλα, η εκπαίδευση θεωρείται τελεσίδικα ως πεδίο εθνικού και θρησκευτικού φρονηματισμού, ως υλικό μέσο για κοινωνική διαιώνιση του μεταφυσικού χαρακτήρα της «Ένωσης».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το σύστημα ελέγχου από αυτό που ονομάστηκε «Εθναρχία»(9), είχε σχεδόν απόλυτη κυριαρχία σε όλο το οικοδόμημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης(10). Έχοντας τον έλεγχο των διορισμών, δεν επέτρεπε να παρεισφρέουν στην εκπαίδευση καθηγητές με αποκλίνουσες ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις(11). Η ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΕΛΜΕΚ με πρωτοβουλία του Μακαρίου Γ’ το 1953(12), υπάκουε απόλυτα στους στόχους της Εκκλησίας, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς αδιάκριτα. Ακόμη και στη δημοτική εκπαίδευση, που ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από τη βρετανική διοίκηση, το 1931 τέθηκε από εκπροσώπους της Εθναρχίας θέμα απόλυσης 12 «κομμουνιστών» δασκάλων(13). Ως «κομμουνιστές» χαρακτηρίζονταν όλοι οι έχοντες αποκλίνουσα ιδεολογία ή πολιτική συμπεριφορά από τον κανόνα των ακραιφνών «ελληνοχριστιανικών ιδεωδών».

Με την Ανεξαρτησία, το σύστημα κληροδοτήθηκε σχεδόν αυτούσιο στο νέο κράτος. Από τη μεταβατική κιόλας περίοδο 1959-60 διασφαλίστηκαν όλες οι παράμετροι που θα εγγυούνταν τη συνέχιση του ελέγχου του πολιτικο-εκπαιδευτικού λόγου και χαρακτήρα(14). Οι ίδιες οι συνταγματικές ρυθμίσεις(15) κρατούσαν την εκπαίδευση διαιρεμένη σε κοινοτικό επίπεδο, χωρίς κανένα υπερκείμενο θεσμό που να λειτουργεί έστω συντονιστικά. Τα της εκπαίδευσης των δυο κοινοτήτων καθόριζαν οι δυο χωριστές Κοινοτικές Συνελεύσεις, όργανα ημιαυτόνομα από το κράτος στη λειτουργία τους, με σύνθεση όμως ελεγχόμενη από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο αντίστοιχα. Η παρουσία του Αρχιεπισκόπου στην ηγεσία του κράτους αποτελούσε την ουσιαστική και σημειολογική κορύφωση της συνέχισης του διπλού «εθναρχικού» ρόλου της Εκκλησίας. Παράλληλα, οι πρωταγωνιστές της ΕΟΚΑ κληρονομούν τμήματα του κράτους, διατηρούν ένοπλες ομάδες και συντηρούν την επιρροή τους μέσα από δολοφονίες «αντιπάλων» και την καχυποψία της «προδοσίας» του «συνεχιζόμενου αγώνα» από ένα αντίθετο «καπετανάτο»(16). Ανάλογες συνθήκες – σε μικρογραφία ίσως – βιώνουν και οι Τουρκοκύπριοι στο εσωτερικό της δικής τους κοινότητας(17). Με συγχρονικούς όρους ερμηνείας, θα λέγαμε ότι κυρίως η ελληνοκυπριακή κοινότητα ζει μέσα σε συνθήκες «ιδεολογικής τρομοκρατίας». Οι πέραν του ΑΚΕΛ πολιτικές δυνάμεις σκέφτονται, συμπεριφέρονται και διαχειρίζονται τις υποθέσεις του κράτους και της κοινότητας ως οι μόνοι νόμιμοι συνεχιστές της αποικιακής εποχής(18), ενώ διαγκωνίζονται παράλληλα για το ποιος θα εμφανιστεί ως ο αξιότερος συνεχιστής του αγώνα της ΕΟΚΑ για «Ένωση». Ο πλήρης και ένοπλος διαχωρισμός των δύο κοινοτήτων(19) επιτρέπει την ανάπτυξη τριών νέων δυναμικών. Παράλληλα με τη μεταφυσική και εξ αποκαλύψεως απόλυτη φύση που πήρε ο πολιτικός στόχος («Ένωση») και παράλληλα με τον προς τούτο απόλυτα φρονηματιστικό χαρακτήρα που απέκτησε η Εκπαίδευση, αναπτύσσονται και άλλες δυναμικές: (α) Η δυναμική του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους, του απαλλαγμένου από μιάσματα άλλων φυλών – και ιδιαίτερα τους Τουρκοκύπριους. (β) Η δυναμική της «ένωσης από τα κάτω», δηλαδή η πολιτική που εγκαινιάζεται μετά το 1964 για απόλυτη πρόσδεση όλων των τομέων της ζωής στο ελληνικό κράτος, χωρίς να κηρυχθεί επίσημα η «Ένωση». (γ) Η δυναμική της νομιμοποίησης, δηλαδή η οικοδόμηση της πεποίθησης πως ό,τι προηγήθηκε νομιμοποιήθηκε με τον έλεγχο του κράτους, άρα και διά του κράτους νομιμοποιούνται οι κυρίαρχες πολιτικές αλλά και μέθοδοι.

Το μείγμα που αναπτύσσεται είναι εκρηκτικό, αφού η παρανομία, η ανομία και η δολιότητα θεωρούνται ηθικά νόμιμα και αναπόσπαστα τμήματα της άσκησης εξουσίας. Μέσα σε ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τους Ελληνοκύπριους. Μόνο στον ορίζοντα φαίνεται η Ελλάδα (η οποία μάλιστα μετά το 1967 απαιτεί απόλυτη προσαρμογή στο Εθνικό Κέντρο και ιδιαίτερα απόλυτη ταύτιση στον τομέα της Εκπαίδευσης). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν ιδιόμορφο αυτισμό, όπου καμιά όσμωση με δημοκρατικές αρχές, ή αξίες αλληλοσεβασμού και κατανόησης δεν ήταν δυνατή. Γι’ αυτό και σήμερα μπορεί να μας φαίνεται τρομαχτική η τρομοκρατική δράση οργανώσεων όπως το Εθνικό Μέτωπο και η ΕΟΚΑ Β’, τότε όμως εμφανίστηκαν ως «φυσική συνέπεια» του πολιτισμικού πλαισίου που είχε ήδη οικοδομηθεί. Γι’ αυτό και η κήρυξή τους ως παράνομων οργανώσεων έγινε πολύ μετά την εμφάνιση και την έναρξη της δράσης τους. Και μάλιστα μετά από πολλούς δισταγμούς!(20)

Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που το ξέσπασμα ελευθερίας και η σχετική απελευθέρωση του προοδευτικού λόγου μετά το 1974 δε στάθηκε αρκετή να νικήσει τις διάρκειες. Πολύ σύντομα επιστρέψαμε σε λογικές που επανατοποθετούσαν το δίδυμο πολιτική-εκπαίδευση στη «σωστή» του βάση: η πολιτική μετατόπισε τη μεταφυσική της διάσταση από την «Ένωση» στο ενιαίο κράτος (και μάλιστα χωρίς τα συνδιαχειριστικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1960), ενώ θεώρησε και πάλιν την εκπαίδευση ως το φρονηματιστικό μέσο για επίτευξη αυτού του πολιτικού στόχου(21). Διατήρησε μάλιστα τα αντανακλαστικά της αυξημένης καχυποψίας προς το διαφορετικό: οτιδήποτε δεν υπηρετεί τον πολιτικό στόχο του καθαρού ελληνοκυπριακού κράτους (σε ολόκληρη ή στη μισή Κύπρο) – στόχο άδηλο αλλά εξίσου κυρίαρχο όπως εκείνον της «Ένωσης» την περίοδο 1960-74 – κηρύσσεται αυτόματα ως ξένο, ύποπτο και έντονα κατακριτέο(22).

Στη δεκαετία του ’60 η λειτουργία τεχνικών σχολών και οι πρώτες σκέψεις για ίδρυση πανεπιστημίου, θεωρήθηκαν ως προδοτικές και υποχθόνιες προσπάθειες για αποκοπή της Κύπρου από την Ελλάδα(23). Σήμερα, κάθε λόγος για την οικοδόμηση ενός σχολείου που να ενώνει και όχι να χωρίζει, ενός σχολείου προσανατολισμένου σε αρχές πολυπολιτισμικότητας και ευρωπαϊκών δημοκρατικών αξιών, αντιμετωπίζεται ως αντίστοιχη απειλή, με παρόμοια μάλιστα αντανακλαστικά. Και τα αντανακλαστικά δεν περιλαμβάνουν μόνο τις έντονες δημόσιες αντιδράσεις, αλλά και όσα το παρελθόν μας κληροδότησε: τη σιωπηρή πολλές φορές ακύρωση, μέσα από ψυχολογικούς μηχανισμούς, παράδοξους αλλά πανίσχυρους. Το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου και οι Ελληνοκύπριοι εκπαιδευτικοί είναι ίσως η μοναδική περίπτωση εκπαιδευτικού συστήματος στον κόσμο, που καταφέρνει για χρόνια να «υλοποιεί» την πολυπολιτισμική εκπαίδευση, χωρίς να την υλοποιεί καθόλου. Και μάλιστα να την αποστρέφεται στην ουσία της. Ο φρονηματιστικός χαρακτήρας δε του εκπαιδευτικού συστήματος θεωρείται τόσο αυτονόητος, ώστε η αποσιώπηση της αλήθειας και το ιστορικό ψεύδος να εμφανίζονται ανοιχτά ως απαρέγκλιτη υποχρέωση της εκπαίδευσης.

Θα χρειαστεί επομένως χρόνος και υπομονή για την ανάταξη του «ασθενούς». Είναι φορέας μιας ισχυρής παράδοσης εκκλησιαστικής μεταφυσικής, που απέδειξε ιστορικά ότι είναι εξαιρετικά ανθεκτική. Από την άλλη βεβαίως, σε μερικά χρόνια από σήμερα το γεγονός και μόνο ότι αυτά τα ζητήματα συζητιούνται, μπαίνουν στο τραπέζι και – με όλα τα προβλήματα – είναι παρών ένας λόγος διαφορετικός από τον κυρίαρχο, ενδεχομένως να ερμηνεύεται ως μια σημαντική ρήξη. Είναι ίσως γι’ αυτό το λόγο που οι επιλογές της σιωπής ή των χαμηλών τόνων εκ μέρους του προοδευτικού κόσμου – και ιδιαίτερα της επίσημης Αριστεράς – κατά τη δεκαετία του ’60, μπορεί να είναι εν μέρει κατανοητές επιλογές, είναι όμως ταυτόχρονα και παράδειγμα προς αποφυγή για το σήμερα.

Υποσημείωσεις

  1. Κωνσταντίνου Σπυριδάκι, Σύντομος Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1972, σ. 135-142.
  2. Κάτιας Χατζηδημητρίου, Ιστορία της Κύπρου, Λευκωσία 1979, σ. 146-8.
  3. Χάιντς Α. Ρίχτερ, Ιστορία της Κύπρου, τόμος πρώτος (1878-1949), εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σ. 92.
  4. George Hill, A History of Cyprus, vol. IV, Cambridge University Press, Cambridge 1952, p. 380.
  5. George S. Giorgallides, A political and Administrative History of Cyprus 1918-1926, εκδόσεις Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, Λευκωσία 1979, σ. 47-52.
  6. Χάιντς Α. Ρίχτερ, ό.π. σ. 473-508.
  7. Panayiotis K. Persianis, Church and State in Cyprus Education, Λευκωσία 1978, σ. 66-69.
  8. ό.π. σ. 105-111.
  9. Στην πραγματικότητα με τον όρο αυτό αποδίδεται η προσπάθεια της Εκκλησίας της Κύπρου να πολιτικοποιήσει πιο άμεσα το ρόλο της μέσα από τη δημιουργία θεσμών πολιτικού χαρακτήρα, ασκώντας παράλληλα ασφυκτικό έλεγχο στο τμήμα της αστικής τάξης που συνεργαζόταν μαζί της.
  10. Andreas G. Anastassiades, The development of the administration of elementary education in Cyprus, Nicosia 1979. Οι Βρετανοί είχαν δώσει αρχικά έμφαση στον έλεγχο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, θεωρώντας την πιο σημαντική στη διαδικασία αλφαβητισμού του πληθυσμού. Η Εκκλησία κράτησε – και μέσω της χρηματοδότησης – τον έλεγχο της δευτεροβάθμιας, την οποία θεωρούσε ως πιο σημαντική για τον φρονηματιστικό ρόλο που επιδίωκε.
  11. Παναγιώτη Κ. Περσιάνη, Συγκριτική Ιστορία της Εκπαίδευσης της Κύπρου (1800-2004), εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2005, σ.240.
  12. Κώστα Λυμπουρή, Η ίδρυση της ΟΕΛΜΕΚ και η λειτουργία της από το 1953 μέχρι το 1960, Λευκωσία 2005, σ.21-24.
  13. ό.π. σ. 159.
  14. Konstantinos Spyridakis, The Cyprus Educational Policy, Nicosia 1967. Βλέπε και νόμο για την ίδρυση του μεταβατικού Ελληνικού Γραφείου Παιδείας Law 19/1959, Cyprus Gazette No. 4240, 18.6.1959.
  15. Άρθρα 87,88,89 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  16. Κώστα Γραικού, Κυπριακή Ιστορία, έκδοση γ΄, Λευκωσία 1991, σ.312-316.
  17. Αρίφ Χασάν Ταχσίν, Η άνοδος του Ντενκτάς στην κορυφή, μετάφραση Θανάσης Χαρανάς, εκδόσεις Αρχείο, Λευκωσία 2001, σ.83-86.
  18. Πασχάλη Κιτρομηλίδη «Το ιδεολογικό πλαίσιο της πολιτικής ζωής της Κύπρου: Κριτική θεώρηση», στο συλλογικό έργο Γιώργου Τενεκίδη – Γιάννου Κρανιδιώτη, επ., Κύπρος – Ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1981, σ.459.
  19. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Η πρώτη διχοτόμηση – Κύπρος 1963-1964, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2005.
  20. Βλέπε Μακάριου Δρουσιώτη, Δύο απόπειρες και μια δολοφονία, εκδόσεις Αλφάδι, Λευκωσία 2009.
  21. Αναλογίες βεβαίως (τραυματικό παρελθόν, καθήκον μνήμης, επιλεκτική λήθη, πολιτική σκοπιμότητα και χρησιμοποίηση της ιστορίας) εντοπίζονται σε όλες σχεδόν τις χώρες των Βαλκανίων. Βλέπε Christina Koulouri, ‘Introduction’ στο Clio in the Balkans. The Politics of History Education, CDRSEE, Thessaloniki 2002, σ. 25-35. Ενδεχομένως όμως η περίπτωση της Κύπρου να είναι από τις πιο ακραίες, κυρίως σε διάρκεια και μεταλλαξιμότητα.
  22. Ο E. Hobsbaum επισημαίνει ότι ο εθνικισμός είναι το κλασικό παράδειγμα μιας κουλτούρας ταυτότητας που στηρίζεται πάνω στο παρελθόν μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία. Θυμίζει δε ότι ο Έρνεστ Ρενάν παρατηρούσε πως ‘εδώ και περισσότερο από ένα αιώνα η λήθη, ή ακόμα και η παραχάραξη της ιστορίας, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της διαμόρφωσης ενός έθνους, γι' αυτό και η πρόοδος των ιστορικών σπουδών αποτελεί συχνά κίνδυνο για μια εθνικότητα’. Βλ. Ε. Hobsbaum, Για την Ιστορία, μετ. Π. Ματάλας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σ. 324-325.
  23. Panayiotis K. Persianis, The political and economic factors as the main determinants of education policy in independent Cyprus, εκδόσεις Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου, Λευκωσία 1981, σ.145-156, 193-203.

Το καλέμι. πλατφόρμα Ε/κ και Τ/κ εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Σεπτέβρης 2009

Χθες, αν ήμουν Τουρκοκύπριος, θα είχα αποφασίσει

Το ακούσαμε και αυτό: θα πρέπει να προβληματιστούμε για το πώς θα λειτουργούν οι Τουρκοκύπριοι, μετά τη λύση. Μετά από τα χτεσινά...! Είναι από εκείνες τις στιγμές που, ως άνθρωπος που θέλω λύση -καλή και λειτουργική λύση που θα μας συμφέρει και τους δύο και αυτή η λύση μπορεί να βρεθεί- ως τέτοιος άνθρωπος λοιπόν δηλώνω διπλά ευτυχής που είμαι Ε/Κ. Εάν ήμουν Τουρκοκύπριος θα είχα αποφασίσει χθες να ψηφίσω «Όχι» στην επανένωση. Κι ό,τι γίνει. Εάν έχει ευθύνες ο Ακιντζί; Έχει. Σοβαρές. Αλλά μετά από όλα όσα έγιναν είναι καιρός να θελήσουν κάποιοι πια να καταλάβουν μερικά απλά πράγματα: δεν ψάχνουμε λύση στην οποία εμείς θα είμαστε τα αφεντικά και οι Τουρκοκύπριοι υποτελείς. Και όσοι αυτό ψάχνουν και νομίζουν πως είναι εξυπνάδα, προκαλούν τεράστια ζημιά. Δεν με αφορά ποιος έφυγε πρώτος, ποιος είπε τι, εάν ο ένας δικός μας βγήκε για τσιγάρο και ύστερα μάθαμε ότι έκανε 45 λεπτά, εάν ο Ακιντζί θεώρησε πως αυτό ήταν αποχώρηση, εάν έπρεπε ή όχι, ποιος κτύπησε πόρτες και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο στη χθεσινή συνάντηση. Εγώ βλέπω ένα επικίνδυνο συμβάν το οποίο θα μπορούσε να είχε εκτονωθεί απλά: εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεγε, έστω και αργά, να διαχωρίσει τη θέση του. Τίποτα άλλο. Να διαχωρίσει τη θέση του από τη σύμπραξη όσων επιδιώκουν το ναυάγιο αδιαφορώντας για τον κίνδυνο της διχοτόμησης -δηλαδή της συγκεκαλυμμένης ακροδεξιάς, του «κέντρου» με τη φανερή, τους νεοφασίστες του ΕΛΑΜ- αλλά και από τα όσα το δικό του κόμμα επιχείρησε να κερδίσει από αυτήν. Φωνάζουν πολλοί για τον Ακιντζί. Ωραία. Ας θεωρήσουμε ότι όλα τα έκανε στο πλαίσιο ενός show – κάτι που λέω ξεκάθαρα ότι δεν συμμερίζομαι. Τι πιο απλό; Ο Πρόεδρος να έπαιρνε μια πολιτική θέση έναντι ενός γεγονότος το οποίο και η παράταξή του, ο ΔΗΣΥ ο οποίος ευθύνεται για όσα συνέβησαν αλλά και ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισαν σφάλμα. Αν είναι όντως σφάλμα ποια είναι η δυσκολία; Και εάν όντως ήταν σφάλμα και όχι κάτι πολύ χειρότερο και με σκοπιμότητα ενόψει συμμαχιών για τις προεδρικές του 2018, γιατί έχει πρόβλημα ο Πρόεδρος και ο ΔΗΣΥ να το διορθώσουν; Αυτό δεν απαιτεί η στοιχειώδης εντιμότητα από όλους μας όταν διαπιστώνουμε ότι σφάλλαμε; Άρα; Το θέμα της Ένωσης, το είπαμε δεκάδες φορές, είναι το πιο ευαίσθητο ζήτημα για την άλλη κοινότητα. Διότι ξυπνά ό,τι χειρότερο διαθέτουν σε αντιστάσεις έναντι της δικής μας καλής πρόθεσης. Όταν λοιπόν το ζήτημα προκύπτει από το πουθενά, με μια περίεργη μάλιστα συμπαιγνία της συγκεκαλυμμένης ακροδεξιάς με το εδώ παράρτημα της νεοναζιστικής συμμορίας της Ελλάδας και μια ακόμη πιο ύποπτη ανοχή από πλευράς του κυβερνώντος κόμματος… … και σ’ αυτό το τόσο ευαίσθητο για τους Τ/Κ ζήτημα -τα παθήματα του οποίου σε ΕΜΑΣ θα έπρεπε να είχαν γίνει μαθήματα πρωτίστως- η άλλη κοινότητα μάς λέει αλλάξτε το αφού είναι λάθος, το λέτε και αφού εμάς μας τρομάζει… … και η δική μας απάντηση είναι να τους κάνουμε διαλέξεις διά του Προέδρου είτε για τις παρελάσεις, είτε για το πόσο δίκαιο είχαμε τότε για την Ένωση η οποία λέει κατέληξε στο να τους δοθούν δυσανάλογα προνόμια, είτε για το ότι ψάχνουν λέει δικαιολογίες… … αλλά σταθερά αρνούμαστε να πούμε μισή λέξη για το ότι ΝΑΙ κατανοούμε τον λόγο για τον οποίον φοβούνται και ναι, θα διορθώσουμε το λάθος -το οποίο παραδεχόμαστε ότι είναι τέτοιο!- σεβόμενοι τις ανησυχίες τους για κάτι που εμείς προκαλέσαμε, τότε το θέμα ΔΕΝ είναι ο Ακιντζί. Και θα το γράψω ξανά: είναι ανήθικο να συμπεριφερόμαστε έτσι. Όπως είναι και πολύ δύσκολο πια να πειστεί η άλλη κοινότητα πως εάν τώρα, δεν τους ακούμε και τους αντιμετωπίζουμε με αυτή την περιφρόνηση για μια τέτοια γελοιότητα για μας, αύριο δεν θα το κάνουμε και για πολύ πιο σοβαρά ζητήματα. Και πως δεν θα επιχειρήσουμε και πάλι να τους θέσουμε σε καθεστώς υποτέλειας σε εμάς. Όποιος μιλά με Τουρκοκύπριους καταλαβαίνει πόσο έντονα φοβούνται αλλά και το αισθάνονται αυτό. Και, δυστυχώς, πρέπει να πω πως έχουν απόλυτο δίκαιο. Κάποτε οι αλήθειες δεν είναι ευχάριστες. Αλλά είναι καιρός να σταματήσουμε να ζούμε με τα ψέματα και με τη δική μας μονόπλευρη αντίληψη και την τάση μας να αυτοδικαιωνόμαστε για όλα. Ακόμη και για κάτι τέτοια, όπου ολοφάνερα εμείς φταίμε και εμείς τα προκαλούμε. Γιατί αυτές οι πρακτικές δεν αφορούν μόνο το Κυπριακό και τη διαχείρισή του αλλά και εμάς τους ίδιους και το αύριό μας. Το εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε ένας λαός ο οποίος νομίζει ότι έχει δίκαιο και είναι σωστός σε όλα, καταδικασμένος, ως τέτοιος, να μην αντιλαμβάνεται ποτέ γιατί τον βρίσκουν συμφορές, η μία μετά την άλλη, χωρίς να μπορεί να τις αποφύγει. Ας το σκεφτούμε λίγο. Δεν είναι ευχάριστο αλλά επιβάλλεται, όσο τίποτα άλλο μάλιστα.

Πηγή: http://politis.com.cy/article/chthes-an-imoun-tourkokiprios-tha-icha-apofasisi

“ΕΝΩΣΙΣ 2017”: Η αποκρυστάλλωση μιας (αν)ίερης συμμαχίας

“ΕΝΩΣΙΣ 2017”: Η αποκρυστάλλωση μιας (αν)ίερης συμμαχίας

Μέρος Α: Πολιτικά συμπτώματα και άμεσα καθήκοντα πάλης

Το κείμενο που ακολουθεί έχει έκτακτο επικαιρικό χαρακτήρα και κρίνεται αναγκαίο και επιτακτικό μετά τις εξελίξεις της προηγούμενης εβδομάδας. Αναφερόμαστε φυσικά στην κοινοβουλευτική έγκριση της τροπολογίας του ΕΛΑΜ για συμπερίληψη της επετείου του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950 στο πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.i Θυμίζουμε, παρενθετικά, ότι στο ήδη υπάρχον και πριν την τροπολογία πρόγραμμα, υπάρχουν “Ημέρα Μνήμης και Τιμής για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και την Μικρασιατική Καταστροφή” και “Ημέρα Μνήμης Ηρώων Μαθητών”, αφιερωμένη στους μαθητές που έλαβαν μέρος στον αγώνα της ΕΟΚΑ κατά την περίοδο 1955-1959.

Όπως είναι ήδη γνωστό, η τροπολογία του ΕΛΑΜ πέρασε από το κοινοβούλιο με 19 ψήφους υπέρ, καθώς υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα του λεγόμενου “απορριπτικού μετώπου” (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, Συμμαχία Πολιτών, Κίνημα Αλληλεγγύη, Οικολόγοι) και φυσικά από το φασιστικό ΕΛΑΜ, ενώ ο κυβερνών ΔΗΣΥ τήρησε αποχή, με το ΑΚΕΛ να είναι το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα που την καταψήφισε.ii Όπως είναι επίσης γνωστό, η απόφαση αυτή του κοινοβουλίου της Κ.Δ προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας και του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος την χαρακτήρισε απαράδεκτηiii και “σοβαρό πλήγμα στις προσπάθειες για λύση του Κυπριακού”,iv ενώ ζήτησε από τον ΠτΔ Αναστασιάδη να “εκφράσει τη ξεκάθαρη αντίθεσή του στην απόφαση αυτή” και από τα κόμματα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ να προβούν στις απαραίτητες προσπάθειες για να ακυρωθεί η απόφαση.v Το ίδιο γνωστό είναι ότι από την πλευρά του, το Εθνικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του προέδρου της Κ.Δ Νίκου Αναστασιάδη, δεν έκανε τίποτε τέτοιο αλλά αντίθετα επιτέθηκε ομόφωνα (δηλαδή, και με τη σύμφωνη γνώμη του ΑΚΕΛ) κατά της κριτικής των τουρκοκυπρίων, κάνοντας λόγο για “εσκεμμένη διαστρέβλωση εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας” (ποίου πράγματος διαστρέβλωση;)vi, ενώ ο ίδιος ο ΠτΔ προέβη σε ανάλογου ύφους γραπτή δήλωση.vii Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, τα νεότερα φέρουν τον Ακιντζί να ζητά πλέον παρέμβαση του ΟΗΕ για να μην επικυρωθεί από τον ΠτΔ η τροπολογίαviii, ενώ και το κοινοβούλιο των κατεχομένων έχει προβεί σε ανάλογη δήλωση καταδίκης της απόφασης του κοινοβουλίου της Κ.Δ και προαναγγελία προσφυγής στον ΟΗΕ.ix

Σε ό,τι αφορά τα βασικά ως τώρα πεπραγμένα αρκεί αυτή η σύντομη καταγραφή. Ας περάσουμε τώρα σε μια πρώτη και βασική πολιτική αποτίμησή τους:

α. Αν δεν είναι αυτή η πρώτη φορά που ένα αστικό κοινοβούλιο χώρας της δυτικής Ευρώπης εγκρίνει με ισχυρή πλειοψηφία πρόταση ρητά φασιστικού κόμματος, είναι μία από τις πρώτες. Το γεγονός από μόνο του και ανεξάρτητα από όλα τα υπόλοιπα, είναι ενδεικτικό αυτού που στις θέσεις μας περιγράψαμε ως “περιρρέουσα” που είναι “σκοτεινότερη και απειλητικότερη για ένα προοδευτικό και δημοκρατικό (πόσο μάλλον σοσιαλιστικό) μέλλον του κυπριακού λαού από ποτέ”.x

β. Το ΕΛΑΜ δεν έκρυψε ποτέ ότι ο εορτασμός του Ενωτικού Δημοψηφίσματος αποτελεί βασικό τμήμα των ιδεολογικο-πολιτικών του δραστηριοτήτων ως φασιστικού κόμματος· απλώς, εντός πολύ σύντομου διαστήματος παρουσίας του στη Βουλή, κατέστησε τις φασιστικές του παράτες στα πρότυπα της Χρυσής Αυγήςxi πρότυπο παιδαγωγικής για την ιστορία εντός της Κ.Δ. Αυτό το οποίο συνέβη, από αυτή την άποψη, είναι ότι την περασμένη εβδομάδα το ΕΛΑΜ πρόσφερε στα κόμματα του λεγόμενου “απορριπτικού μετώπου” (μονοδιάστατος χαρακτηρισμός που χρήζει πολύ μεγαλύτερης εμβάθυνσης) την “καταφατική” συγκολλητική ουσία που ζητούσαν: δεν αρκούσε, προφανώς, η διατράνωση του “πατριωτικού” τους αγώνα κατά της ΔΔΟ, κατά των συνομιλιών και κατά της επανένωσης της Κύπρου, τώρα προστέθηκε και ένα συνειδητά παραληρηματικό σημείο συγκόλλησης: η πρόδηλα ψευδοϊστορικού χαρακτήρα μνήμη του “πόθου της Ενώσεως” με την “μητέρα πατρίδα” (θα επανέλθουμε στο γιατί ο χαρακτήρας αυτής της μνήμης είναι και εσκεμμένα παραληρηματικός και πρόδηλα ψευδοϊστορικός).

Ο σεβασμός που τρέφει η αστική τάξη στα ίδια της τα (απέναντι στην εργατική τάξη πανίερα) Συντάγματα, στο μεταξύ, διαγράφεται ανάγλυφα στο ξεθώριασμα μέχρις εξαφάνισης της μελάνης της Συνθήκης Εγγυήσεως που εκ των πραγμάτων ενσαρκώνει η τροπολογία: “Η Δημοκρατία της Κύπρου αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως μη συμμετέχη, καθολικώς ή μερικώς, εις πολιτική ή οικονομικήν τινα ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε κράτους. Κατά συνέπειαν κηρύσσει απηγορευμένην πάσαν δράσιν δυναμένην, αμέσως ή εμμέσως, να προωθήση είτε την ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους είτε τον διαμελισμόν της νήσου”.xii Αλήθεια, παραβιάστηκε ή όχι ήδη από την πλειοψηφία του κοινοβουλίου της Κ.Δ το Σύνταγμα; Είναι ή δεν είναι ο υποχρεωτικός σχολικός εορτασμός του Ενωτικού Δημοψηφίσματος δράση “δυναμένη, αμμέσως ή εμμέσως, να προωθήση είτε την ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους είτε τον διαμελισμόν της νήσου”;

Βεβαίως, τα πράγματα ήταν έτοιμα από καιρό για μια τέτοια εξέλιξη. Άλλωστε, δεν είναι απλώς το γεγονός ότι οι υπερψηφίζοντες εντός της κυπριακής Βουλής έδειξαν αμέσως τα δοντάκια τους σε υπεράσπιση της άμεμπτης στόχευσης της τροπολογίας του ΕΛΑΜ· είναι, και όπως ήδη δείχνει το μοναδικό θράσος της κυρίας Ελένης Θεοχάρους που καταγγέλει ως “άρχουσα τάξη” όσους αντιδρούν στην ολική επαναφορά στη λευκή τρομοκρατία του Γριβισμούxiii και των εκτελεστών του, και το γεγονός ότι το σύνολο της ελληνικής αριστεράς (περιλαμβανομένων όχι απλώς κοινοβουλετικών και εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων αλλά ακόμα και μικροομάδων) όχι απλώς δεν βοήθησε την κυπριακή αριστερά στις δύο κοινότητες να προλάβει και να αντιμετωπίσει αυτές τις εξελίξεις, αλλά συνέδραμε τα μέγιστα στην εκθράσυνση της κυπριακής ακροδεξιάς, υπό το λάβαρο, βεβαίως, του “αντιϊμπεριαλισμού” (με τον οποίο το εν λόγω σύνολο απέδειξε έμπρακτα ότι εννοεί, όπως όλοι οι σοσιαλσωβινιστές, την αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό του οικονομικού ανταγωνιστή και αντιπάλου). Βεβαίως, η ίδια αυτή διαπρύσιος κήρυξ του “ανένδοτου αντιρεφορμισμού” αριστερά σφυρίζει αδιάφορα για τον προαναγγελθέντα θρίαμβο του εθνοφασισμού, στον οποίο ειδικεύονται, ούτως ή άλλως, οι ελληνικαί εξαγωγαί στην Κύπρο από τη δεκαετία του 1950 και δώθε. Εδώ όμως χρήζει μιας κάποιας επανοικειοποίησης το σύνθημα του “εθνικού κορμού” στον οποίο εντάχθηκαν ασμένως όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά αριστερά κόμματα: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ.

γ. Είναι τοις πάσι προφανές ότι η τροπολογία του ΕΛΑΜ δεν αγκαλιάστηκε με θέρμη και αδημονία από τα πέντε προαναφερθέντα κόμματα ενός γκροτέσκα αυτοαποκαλούμενου “κέντρου” και των διαφόρων οχημάτων-κολυμβήθρα κοινοβουλευτικών αστέρων επειδή η αστική τάξη που εκπροσωπούν ξενυχτάει με άγρυπνα μάτια προσμονώντας την ένωση με την χρεοκοπημένη Ελλάδα. Αγκαλιάστηκε επειδή ήταν άψογα σχεδιασμένη για να προκαλέσει αυτό που φυσικά προκάλεσε: ένα δυνητικά τελειωτικό χτύπημα στις συνομιλίες για επίλυση, απέναντι στις οποίες η κυπριακή αστική τάξη απέδειξε αυτό ακριβώς που ισχυριστήκαμε στις Θέσεις μας: ότι είχε “το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω”. Για να είμαστε ακριβέστεροι, το τόξο των εξ αρχής αντιπάλων των συνομιλιών είχε πάντα και τα δύο έξω, και το κυβερνών ΔΗΣΥ τράβηξε εκτός ένα και κάτι παραπάνω, τόσο με τη στάση του στην ψηφοφορία όσο και με τις μετέπειτα αντιδράσεις του (με κωμικότερο ίσως σημείο την προσπάθεια του Αβέρωφ Νεοφύτου να παίξει και αυτός με την “θεωρία των δύο άκρων”).xiv Αναζητείται, για να συνεχίσουμε στο πνεύμα χαριτολογίας, η “αστική τάξη που πιέζει για λύση πάση θυσία” σύμφωνα με την τετριμμένη πια μπλόφα της ελληνικής “συνεπούς αριστεράς”: προφανώς συνωστίστηκε ολάκερη στο ΑΚΕΛ…

δ. Δείξαμε ήδη έτσι τον “εσκεμμένα παραληρηματικό” χαρακτήρα της υπερψήφισης της τροπολογίας, που καμία σχέση δεν έχει με ξαφνικό έρωτα για την ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή του ελληνικού χρέους από πυρετωδώς πατριώτες Κύπριους αστούς· το προαποφασισμένο κοινοβουλευτικό coup d’ état χρειαζόταν απλώς ένα όχημα. Σε ό,τι αφορά τον ψευδοϊστορικό χαρακτήρα: Μόνο άνθρωποι του νοητικού επιπέδου της κυρίας Θεοχάρους και των αυτόκλητων απολογητών της τροπολογίας του ΕΛΑΜ θα μπορούσαν να προσποιούνται ότι αγνοούν ότι το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950 δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός αλλά το “αθώο” συσπειρωτικό σύνθημα των θιασωτών της αντικομμουνιστικής τρομοκρατίας και της εθνοκάθαρσης που επιδίωξαν η ελληνική και ελληνοκυπριακή φασιστική δεξιά: Ένωσιν ήθελε ο Γρίβας, Ένωσιν η ΕΟΚΑ Β, Ένωσιν ο Σαμψών και οι σφαγείς της Κοφίνου, Ένωσιν και οι πραξικοπηματίες των Αθηνών.

Κανείς δεν απαγόρευσε σε κανένα να θυμάται το Δημοψήφισμα του 1950 ή την στάση τόσο της ελληνικής όσο και της ελληνοκυπριακής αριστεράς σε αυτό· τουναντίον. Η πρόθεση όμως εδώ είναι πρόδηλα, με τη χρήση της λυκοπροβιάς ότι το 1950 υπάρχει απ’ τη σκοπιά του 2017 σε ένα κενό αέρος, να νομιμοποιηθούν εκ νέου και όλοι οι (αντικομμουνιστικοί και εθνοκαθαρτικοί) “αγώνες” στο όνομα της Ένωσης, να “διαπαιδαγωγηθεί” καταλλήλως η ελληνοκυπριακή νεολαία, και να αποκλειστεί, τοιούτω τω τρόπω, κάθε προοπτική να υπάρξει ποτέ αναίρεση της διχοτόμησης που προσέφερε η άνωθι (αν)ίερη συμμαχία στην Κύπρο. Κάτι ξέρει το ΕΛΑΜ, στο κάτω-κάτω, από ιστορικά συνθήματα σχεδιασμένα να ξυπνούν ασίγαστα ένστικτα και μνήμες δόξης από το παρελθόν. Οι περιστάσεις, αν και ίσως λιγότερο ρομαντικές απ’ αυτές του 1950, το επιτάσσουν.

ε. Θέτοντας η ίδια σε αμφισβήτηση την Ιδρυτική Συνθήκη της Κ.Δ, η ελληνοκυπριακή τάξη έδωσε, θεωρούμε εν πλήρει συνειδήσει, ένα ισχυρό όπλο στην αντίστοιχη μερίδα της αστικής τάξης σε Τουρκία και ΤΔΒΚ να προσβάλλουν την επαχθή για την Τουρκοκυπριακή οικονομία παρανομία της, καθώς αίρονται, εν μέρει τουλάχιστον, οι λόγοι μη αναγνώρισης του Τουρκοκυπριακού κρατιδίου. Αν αυτό δεν είχε διεθνή προσωπικότητα μετά τη δημιουργία των θυλάκων, αυτό οφειλόταν στην απόσχισή του από τους θεσμούς της Κ.Δ παρά τις επιταγές της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και του Συντάγματος του 1960. Είναι μάλλον αναμενόμενο όμως μετά από την επιδεικτική περιφρόνηση στην ίδια αυτή Συνθήκη της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης, η ΤΔΒΚ να θέσει το θέμα της άδικης μονομέρειας της μη αναγνώρισής της ως κράτους. Ο “πατριωτισμός” όμως που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε πάντα ενείχε τέτοιου είδους “θυσίες.”

στ. Η ως τώρα αντίδραση του μοναχού πλέον σαν την καλαμιά στον κάμπο ΑΚΕΛ μας προβληματίζει, όπως αρκετές φορές στο παρελθόν, για το αν προέρχεται από παροιμιώδη ψυχραιμία ή κοινοβουλευτικό φετιχισμό και αλληλένδετη με αυτόν τάση υποτίμησης του πολιτικού κινδύνου και της αγριότητας της ταξικής πάλης. Δεν είναι απλώς ότι δεν κατανοούμε τι υπερψήφισε το ΑΚΕΛ υπερψηφίζοντας την αλλοπρόσαλλη ανακοίνωση του Εθνικού Συμβουλίου (τη λογική “άσε με να κάνω λάθος/μην μου λες πως είν’ ντροπή”, aka “My country, right or wrong”;) Είναι επίσης ότι ο Κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος επέλεξε να επικεντρώσει την “εσωτερική” κριτική του στη χορωδία του ΕΛΑΜ στον ανώριμο χαρακτήρα της επιζήτησης πλεονεκτήματος ενόψει Προεδρικών εκλογών από τους διαγωνιζόμενους σε πατριωτικές κορώνες.xv Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σημασία των εν λόγω εκλογών για το εσωτερικό της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο, έχουμε την εντύπωση ότι έγινε κάτι πολύ σημαντικότερο από μια ακόμα “επίδειξη ανωριμότητας” ή “έλλειψης σωστού πατριωτικού κριτηρίου.” Έχουμε την εντύπωση, όπως προαναφέραμε, ότι, ανάμεσα σε άλλα, αποκρυσταλλώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ο συντονισμός και η ευθυγράμμιση της κυρίαρχης μερίδας της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης με την αντιδραστική επιδίωξη σημαντικών μερίδων της ελληνικής αστικής τάξης για όξυνση μέχρι άκρων των ελληνοτουρκικών σχέσεων, διαδικασία που προϋποθέτει μεν το γνωστό ήδη από το 1922 ενθουσιασμό του τυχοδιώκτη (“έχουμε πλεονέκτημα”) περνάει όμως πρόδηλα και μέσα από την συνολική αντιδραστικοποίηση του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος στην Κ.Δ, με άγνωστο ως τώρα τελικό σημείο, που όμως δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει την ριζική αναβάθμιση του ρόλου του φασισμού.

ζ. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρούμε άκρως ανεπαρκές το να αρκεστεί κανείς να αναμένει πλέον “επαναφορά στο φυσιολογικό” του κλίματος των διαπραγματεύσεων, σαν να ήταν όλα απλώς μια κακή παρεξήγηση. Η εσωτερική ασφάλεια ενός Ομοσπονδιακού κράτους είναι κάτι που κάθε εχέφρων άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει σοβαρά, και αυτό που βλέπουμε δεν είναι ούτε στο ελάχιστο εικόνα κοινωνίας ικανής να παλέψει καν για εσωτερική ασφάλεια. Αντίθετα, αυτό το οποίο υπερψήφισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι ουσιαστικά μια ανοιχτή απειλή ότι, και να μην καταφέρει να τινάξει την όποια λύση στον αέρα εκ των προτέρων, “πίσω έχει η (παρακρατική) αχλάδα την ουρά” ακόμα κι αν λυθεί στα χαρτιά το κυπριακό.

Επιστροφή στην Κύπρο που γνωρίζαμε πριν το 2014 (στο “παλιό, καλό στάτους κβο”) δεν μπορεί και δεν πρόκειται πια να υπάρξει, λοιπόν, ανεξάρτητα από την έκβαση των διαπραγματεύσεων, που σίγουρα δεν μοιάζει πλέον ούτε στο ελάχιστο ευοίωνη για τις δύο κοινότητες. Η (αν)ίερη συμμαχία “Ένωσις 2017” προετοιμαζόταν πολύ και από πολλούς, και δεν πρόκειται να αρκεστεί στην απλή οριστική τορπίλλιση των όποιων κολοβών προσπαθειών για επίλυση. Τα πράγματα έχουν ήδη προχωρήσει πολύ πέρα από εκείνο το σημείο ωρίμανσης (ή σήψης, αν προτιμάτε).

Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι τα ίδια τα πράγματα φέρνουν την κυπριακή αριστερά, και πρωτίστως βέβαια (με ποσοτικούς όρους) το κοινοβουλευτικό της κόμμα, το ΑΚΕΛ, έναντι επιτακτικών αναγκαιοτήτων· και ότι οι αναγκαιότητες αυτές δεν μπορούν πια να αντιμετωπιστούν με την απλή στήριξη της διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα και παράλληλα στην Κύπρο, και από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, η συνολική προσπάθεια οικοδόμησης ενός μπλοκ αντιφασιστικής συμμαχίας, που να περιλαμβάνει την εντατικοποίηση της αντιφασιστικής επιμόρφωσης, ειδικά της νεολαίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ιστορία της Κύπρου, τη διακοινοτική οικοδόμηση, και τη ρητή σύγκρουση με τις αστικές δυνάμεις που για μια ακόμα φορά απεργάζονται δεινά για τον κυπριακό λαό στο όνομα του “πατριωτισμού” (βλέπε: του αλυτρωτικά περιβεβλημένου οικονομικού και γεωπολιτικού επεκτατισμού). Τα χρονικά περιθώρια έχουν πλέον στενέψει εξαιρετικά, και οι πρωτοβουλίες έχουν ήδη περάσει εξ ολοκλήρου στο στρατόπεδο του αντιπάλου. Είναι πλέον όλο και αμεσότερα ζήτημα επιβίωσης, και όχι απλά πολιτικής ή συνειδησιακής επιβίωσης. Καλούμε λοιπόν σε πρωτοβουλίες που να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τον αποκρουστικά απροκρυσταλλωμένο πλέον συσχετισμό δύναμης που μας θέλει με την πλάτη στον τοίχο· και δεσμευόμαστε να προσφέρουμε ό,τι οι ίδιοι μπορούμε σε αυτό το πλαίσιο.

Στο δεύτερο μέρος, θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε κάποια βασικά στοιχεία για το υλικό υπόστρωμα (τα οικονομικά συμφέροντα και επιδιώξεις) πίσω απ’ την (αν)ίερη συμμαχία “Ένωσις 2017” (τη συνεργασία σημαντικών τμημάτων της ελληνικής και ελληνοκυπριακής αστικής τάξης που πρωταγωνίστησαν στην αντιτουρκοκυπριακή και σωβινιστική υστερία της περιόδου): διαδικασία απαραίτητη για να μπουν στη σωστή προοπτική τα πολιτικά συμπεράσματα του πρώτου αυτού μέρους.

i http://www.sigmalive.com/news/politics/404461/ti-pronoei-akrivos-i-tropologia-elam-gia-enotiko-dimopsifisma

ii http://www.philenews.com/el-gr/top-stories/885/351500/perase-protasi-tou-elam-gia-eortasmo-sta-scholeia-tou-enotikou-dimopsifismatos

iii http://politis.com.cy/article/sfodres-antidrasis-sta-katechomena-gia-to-enotiko-dimopsifisma

iv http://www.i-eidisi.com/2017/02/13/akintzi-sovaro-pligma-stis-diapragmatefsis-i-apofasi-tis-voulis/

v http://www.top7news.gr/kipros/akintzi-na-akirothei-i-apofasi-gia-enotiko-dimopsifisma

vi http://www.ant1iwo.com/news/cyprus/article/262529/skliri-apadisi-anastasiadi-pros-akidzi-gia-to-enotiko-dimopsifisma/

vii http://www.iefimerida.gr/news/318943/anastasiadis-se-akintzi-ypokrites-osoi-enohloyntai-gia-enotiko-dimopsifisma

viii http://www.sigmalive.com/news/local/405034/paremvasi-einte-gia-enotiko-dimopsifisma-zitei-o-akintzi

ix http://www.protothema.gr/politics/article/653900/vouli-pseudokratous-kataggelia-ston-oie-gia-to-enotiko-dimopsifisma-/

x http://stasiscy.com/2017/01/31/η-θέση-της-ομάδας-στασισ-για-το-κυπριακ

xi Δεν γνωρίζουμε άλλη λέξη για να περιγράψουμε, για να αρκεστούμε σε δύο μόνο παραδείγματα, την Λαμπαδηφορία για το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 2012 (https://www.youtube.com/watch?v=nyNYFf7qgfA) και την Πορεία για το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 2013 (https://www.youtube.com/watch?v=8TsV2XqoYgY). Φυσικά, το ΕΛΑΜ προτάσσει το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ως πυρηνικής σημασίας στην πάλη του για ηγεμόνευση εντός των αστικών κομμάτων και γραπτά: http://elamcy.com/2017/01/15/15-ianouariou-1950-axioumen-tin-enosin-tis-kyprou-me-tin-ellada/

xii Σύνταγμα της Κ.Δ, Παράρτημα Ι, Άρθρο 181, σελ. 110 http://www.cylaw.org/nomoi/arith/syntagma.pdf,

xiii http://www.allileggii.com/katadikazoume-ti-stasi-ton-sygkyvernonton-disy-akel/

xiv http://www.philenews.com/el-gr/eidiseis-politiki/39/351658/ethniko-symvoulio-omofoni-dilosi-gia-antidraseis-ton-tk-gia-enosi

xv http://www.offsite.com.cy/articles/eidiseis/politiki/202057-loykaidis-disy-kai-diko-yponomeyoyn-ti-diadikasia-lysis-toy

Filed Under: Κυπριακό Ζήτημα, Πολιτική Επικαιρότητα, Προσφατο Αρθρο Tagged With: Ένωση, Ενωτικό Δημοψήφισμα

Δεν λυπούμαστε, μα οργιζόμαστε! Ένα ξέρουμε: όσο συνεχίζουμε τον αγώνα μας, υπάρχει ελπίδα!

enter image description hereΣτις 10 του Φλεβάρη, η βουλή στο νότο ψήφισε υπέρ της τροπολογίας του νόμου για εορτασμό στα σχολεία της επετείου του «ενωτικού δημοψηφίσματος», που είχε οργανωθεί από την ορθόδοξη εκκλησία μέσω συλλογής υπογραφών τον Γενάρη του 1950. Η πρόταση κατατέθηκε στη βουλή από τη νεοφασιστική ομάδα ΕΛΑΜ και υπερψηφίστηκε από όλα τα ακροδεξιά και «κεντρώα» κόμματα πλην του ΔΗΣΥ που τήρησε αποχή και του ΑΚΕΛ που το καταψήφισε. Αυτή η νομολογία δεν έχει κανένα πρακτικό αντίκτυπο στο εκπαιδευτικό σύστημα του νότου, καθώς τα αναλυτικά προγράμματα ήδη έχουν εθνοκεντρικό χαρακτήρα δίνοντας στ@ς μαθητ@ς μια εμφανώς μονόπλευρη οπτική όσον αφορά την Κύπρο και την ένωσή της με την Ελλάδα. Παρόλα αυτά, η σημειολογία αυτού του συμβάντος για την τουρκοκυπριακή κοινότητα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, εν μέσω των συνομιλιών, είναι τεράστιας σημασίας. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα το «ενωτικό δημοψήφισμα» σηματοδοτεί κάτι πολύ συγκεκριμένο: «@ Ελληνοκύπρι@ δε μας θέλουν», «Δεν ενδιαφέρονται για μας και για το τι σκεφτόμαστε». Η αποφάση της βουλής δίνει στ@ς ΤΚ την αίσθηση ότι @ ΕΚ για ακόμα μια φορά προσπαθούν να τ@ς επιβάλουν την «μεγάλη ιδέα». Δεν εκπλήσσει καθόλου το γεγονός ότι τα ακροδεξιά και «κεντρώα» κόμματα ψήφισαν υπέρ αυτού. Άλλωστε, έχουν από καιρό δηλώσει ότι είναι εναντίον μιας ομόσπονδης λύσης. Εντούτοις, στην περίπτωση του ΔΗΣΥ, η αποχή αποδεικνύει ότι οι ψήφοι για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές είναι σημαντικότερες από μια πιθανή λύση. Τέτοιες πρακτικές, ειδικότερα όταν προέρχονται από το ανώτατο θεσμικό όργανο, δίνουν χώρο σε επιθέσεις όπως αυτές που είδαμε πρόσφατα, όπου βανδαλίστηκαν αυτοκίνητα ΤΚ στο Τρόοδος. Επίσης, νομιμοποιούν και ενθαρρύνουν εγκλήματα μίσους (και ρατσιστικά εγκλήματα) και θέτουν σε κίνδυνο την ειρήνη. Αυτό που έγινε συνιστά μεγάλο πλήγμα για τη δυναμική που υπήρχε μέχρι στιγμής για μια πιθανή λύση και τεράστια απογοήτευση για τους ανθρώπους που εξακολουθούσαν να ελπίζουν για μια ζωή στη νέα ομόσπονδη Κύπρο. Αυτή είναι μια πράξη που ακυρώνει όλα τα προηγουμένα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Αυτή η στάση πρέπει να αλλάξει και να αντικατασταθεί με την πραγματοποίηση των «μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης», τα οποία και οι δύο ηγέτες έχουν έντονα υπερασπιστεί στις εκστρατείες τους πριν από την έναρξη των συνομιλιών. Ξέρουμε πως μικρά βήματα έχουν τεράστιο αντίκτυπο, αμφίδρομα. Αυτό δεν επαφίεται μόνο στους ηγέτες, αλλά περισσότερο σε όλ@ τ@ ΤΚ και ΕΚ που επιθυμούν επανένωση, @ οποί@ πρέπει να βρεθούν μαζί και να οικοδομήσουν την μεταξύ τ@ς εμπιστοσύνη. Είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουμε τους καθημερινούς κοινούς αγώνες ενάντια στο φασισμό και τον εθνικισμό, χωρίς να συμμετέχουμε στο παιχνίδι της διακοινοτικής έντασης που κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα. Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες για την επίτευξη ομόσπονδης λύσης με κάθε τρόπο. Δεν λυπούμαστε, μα οργιζόμαστε! Ένα ξέρουμε: όσο συνεχίζουμε τον αγώνα μας, υπάρχει ελπίδα!

enter image description here

Μια βέβηλη ερώτηση: καλά ο Θεός είναι πίθηκος;

Όπως οι καλοί αναγνώστες και οι καλές αναγνώστριες της στήλης γνωρίζουν καλά αντικείμενο της είναι το Κυπριακό και οι συνομιλίες για την « επίλυση του» σε εισαγωγικά. Τα εισαγωγικά δεν αφορούν την ποιότητα της επίλυσης, αν θα είναι δηλαδή κακή ή καλή, αλλά αφορούν στην στόχευση των συνομιλιών. Η στήλη θεωρεί ότι οι συνομιλίες δεν στοχεύουν στην επίλυση – διευθέτηση του ζητήματος αλλά στην διαχείριση της μη επίλυσης του και τι εξετάζει κάτω από αυτή την οπτική. Αν δηλαδή προκύψει λύση και μάλιστα ομοσπονδιακή θα φέρουμε την βαριά υποχρέωση να απολογηθούμε χωρίς να σημαίνει ότι δεν θα την γιορτάσουμε δεόντως, διότι την επιθυμούμε. Από τότε πάντως που η στήλη υπάρχει, ο εκδότης γνωρίζει οι συγγράφοντες δεν κρατούν ημερολόγιο, μια χαρά τα πάμε. Από τη μια αποτυχία πάμε στην άλλη και χαιρόμαστε φυσικά, γιατί μια αποτυχία των συνομιλιών σημαίνει επιτυχία του στόχου μας, δηλαδή την αποτροπή της λύσης δια των συνομιλιών, για να έχουμε ταυτόχρονα και κάποια σταθερότητα. Κάθε φορά που καταφέρνουμε το γιορτάζουμε. Σήμερα ο Φιλελεύθερος ο πιο μεγάλη και «επίσημη» εφημερίδα γιορτάζει στο πρωτοσέλιδο της χαρακτηρίζοντας αποκαΐδια τις συνομιλίες (το απόγευμα έβαλε ένα «Updated» και τον μαλάκωσε). Είναι ενδιαφέρον που η αστική τάξη συντηρεί ως την μεγαλύτερη της εφημερίδα τον Φιλελεύθερο που μαζί με την μεγάλη πλειονότητα των μίντια απορρίπτουν την λύση. Είναι μια ακόμα ελληνοκυπριακή μοναδικότητα διεθνώς. Είναι δυνατόν τα μεγάλα μίντια να αντιπολιτεύονται την λύση ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις να καμώνονται ότι την επιδιώκουν; Είναι δυνατόν η αστική τάξη να μην μπορεί να στηρίξει μια μεγάλη εφημερίδα ή μια τιβι της λύσης; Μήπως είναι το ισχυρό προλεταριάτο που εκφράζει ο Άριστος Μιχαηλίδης και ο Κώστας Βενιζέλος; Η είναι καμώματα τζ' αρώματα. Τους ανοιχτούς βέβαια καυγάδες δεν τους μπορούμε. Τους δοκιμάσαμε στο παρελθόν και μας βγήκαν πολύ φονικοί και προσφυγοποιητικοί, έτσι επιλέγουμε την, ας πούμε πολιτική ευελιξία ή πονηριά. Ο κατ εξοχήν αστός ηγέτης, ο Γλαύκος Κληρίδης, δοκίμασε να φέρει μεραρχία, έφτιαξε ενιαίο αμυντικό δόγμα και τρυκίμιασε την Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν να φέρει πυραύλους που χτυπούν την Άγκυρα, έκανε στρατιωτικό αεροδρόμιο όπου ήταν να προσγειωθούν ελληνικά μιράζ και στρατιωτικό ναύσταθμο όπου ήταν να ελλιμενιστούν τα ελληνικά αντιτορπιλλικά. Εν τέλει ο Αρχιεπίσκοπος θα μας φέρει τον Κοτζιά για να μας κάνει μάθημα αγωνιστικής πολιτικής και η Βουλή ψήφισε να γίνεται ειδική αναφορά στα σχολεία στην επέτειο του λεγόμενου ενωτικού δημοψηφίσματος και η θυγατέρα Σύρου θυμήθηκε «ότι οι Τούρκοι ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει ένας Έλληνας ναύτης και ένας Έλληνας πλοίαρχος και ένας Έλληνας φαντάρος κι ένας Έλληνας κομμάντος, που θέλουν ένα λόχο για να τους κάνουν καλά». Οι συσχετισμοί βελτιώθηκαν από την μισή παρά κάτι δεκαετία του 70 που η αντιστοιχία ήταν ένας Έλληνας για δέκα Τούρκους. Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε τις δηλώσεις του μπροστά στην Παναγία της Μαλεβής που δακρύζει μύρο που «διατίθεται σε ειδικές συσκευασίες». Το επόμενο βήμα είναι η ρίψη στεφάνων από ελικόπτερο. Όπως θα έπρεπε να αναμένεται μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την ενεργό συμμετοχή της τελευταίας στις συνομιλίες για το Κυπριακό, η Τουρκία φαίνεται να εντάσσει στα διεκδικούμενα και ζητήματα που αφορούν έμμεσα τις ευρω-τουρκικές σχέσεις διεκδικώντας ίδια δικαιώματα για τους Τούρκους πολίτες που θα κατοικούν στην Κύπρο με τους Έλληνες πολίτες που θα κατοικούν στην Κύπρο που όμως είναι πολίτες της ΕΕ ( χωρίς να αμφισβητείται η διατήρηση των πληθυσμών στο 4 προς 1). Ένα μπλοκάρισμα των συνομιλιών σε αυτό το επίπεδο θα ήταν ιδεώδες και για τις δύο πλευρές διότι θα μεταφερόταν η ευθύνη στην ΕΕ παρά στις πλευρές αν και η αγωνία του Λιλλήκα δείχνει ότι είναι πιθανόν να μην βλέπει πρόβλημα η ΕΕ. Πάντως ο Γκουτέρεζ δείχνει πιο φιλέλληνας παρά φιλότουρκος σε αντίθεση με τον Έσπεν Μπαρθ Άιντα που δείχνει σύμφωνα με εκτιμήσεις εφημερίδων φιλότουρκος, όπως και οι προηγούμενοι συνάδελφοι του. Πάντως ο κ Γκουτέρεζ δεν φαίνεται να είναι τόσο αισιόδοξος όσο ο φιλότουρκος Άιντα και φαίνεται ότι τροφόδότησε την αισιοδοξία για αποτυχία των συνομιλιών του Φιλελευθέρου. Το κοινοβουλευτικό ψήφισμα για το ενωτικό δημοψήφισμα δεν έχει μεγάλη σημασία για την ίδια την Παιδεία. Το ελληνοκυπριακό σχολείο παραμένει κατά βάση ακόμα και τώρα ενωτικό και αλυτρωτικό. Παρά τις κατά καιρούς προσθήκες που επιχειρούν κάποιου είδους εκσυγχρονισμό προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας και της εναρμόνισης με την ΕΕ στην ουσία του θεωρεί την Ένωση ως τον φυσικό και ηθικά ορθό στόχο και τα υπόλοιπα είναι μια αναγκαιότητα συμβιβασμού σ' 'ενα άδικο κόσμο. Στην παράδοση της σημαίας τα παιδιά απαγγέλλουν ένα καθαρά φαισιστικό φυλετικό όρκο «... για την δόξα της φυλής και του έθνους » που στην Ελλάδα υποθέτουμε καταργήθηκε αλλά στην Κύπρο κανείς δεν έχει το κουράγιο να την σηκώσει. Ή ακόμα όχι μόνο η ελληνική σημαία συνοδεύει την κυπριακή αλλά προηγείται κιόλας. Αλλά το σχολείο δεν είναι μόνο εθνικιστικό είναι και θρησκευτικό. Στο θέμα του Δαρβίνου για παράδειγμα το σχολείο τηρεί σιγή αγγέλων ενώ ασχολείται με την αγγελική επικοινωνία. Πριν μερικά χρόνια, επί υπουργίας ενός προοδευτικού υπουργού Παιδείας, για να τιμηθεί το ευρωπαϊκό έτος Δαρβίνου έπρεπε να εκδοθεί ειδική μπροσούρα για τον Δαρβίνο, διότι οι Ελληνοκύπριοι μαθητές δεν συναντούν αυτό τον κύριο στις σπουδές τους εκτός ίσως λίγο όσοι επιλέγουν βιολογία. Παρεμπιπτόντως ο υπουργός μας της Παιδείας είναι βιολόγος τώρα. Στο υπουργείο του άμα ψάξει λίγο θα βρει φακέλλους στους οποίους υπάρχουν καταγγελίες εναντίον καθηγητών ότι «διδάσκουν τον Δαρβίνο σε ένα σχολείο που δεν δέχεται τον Δαρβινισμό». Ενας διευθυντής κατήγγειλε κάποτε για παράδειγμα ένα καθηγητή που σχολίασε μαζί με τους μαθητές του την γνωστή εικόνα του περάσματος από τον «πίθηκο» στον άνθρωπο. Αυτό προκάλεσε πρόβλημα στην καθηγήτρια των θρησκευτικών διότι ένα παιδί την ρώτησε: αφού ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ' εικόνα και ομοίωση του, και αφού ο άνθρωπος προήλθε από τον πίθηκο, τότε ο Θεός είναι πίθηκος; Το πρόβλημα της καθηγήτριας έγινε πρόβλημα του σχολείου που δεν άντεξε την βλάσφημη ερώτηση αλλά το θέμα εκτονώθηκε ευτυχώς με μια κόλλα σ’ ένα φάκελλο. Κάθε πρώτη τ' Απρίλη δεκάδες αν όχι εκατοντάδες παιδιά οδηγούνται στο ικρίωμα από άλλα παιδιά ή αναφλέγονται δίκην Αυξεντίου στα κρησφύγετα. Επομένως η Παιδεία ελάχιστα επιβαρύνθηκε από το νέο ψήφισμα της Βουλής. Η πρωτοτυπία αφορά ολόκληρο τον Ελληνισμό. Μια σειρά ελληνολατρικά κόμματα κάνουν μέτωπο με τους φασίστες. Αυτό θα πρέπει να το φέρουμε σε γνώση του ΚΚΕ για να τους κάνει παρατήρηση. Οικολόγοι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες κάνουν μέτωπο με τους φασίστες. Ο Ερντογάν θα σπάσει που τη ζήλια του. Ακόμα και ο κύριος Κουλίας, είναι απίστευτο κι όμως αληθινό. Ο Οζκιουργκούν έκανε πως τρομοκρατήθηκε και ζήτησε νέα ειρηνευτική επιχείρηση ενώ η Σιμπέλ Σιμπέρ διαμαρτύρεται γιατί ο Ακκιντζί παραχώρησε κεκτημένα των Τουρκοκυπρίων από το 60. Μια θέση που προβάλλει τον τελευταίο καιρό και ο Σερντάρ Ντενκτάς. Εν ολίγοις η διχοτόμηση δημιούργησε διχοτομικά συμφέροντα στις ελίτ των κοινοτήτων που τείνουν να συντηρήσουν το στάτους κβο.

Βαθύ κράτος στο ελληνοκυπριακό σχολείο

του Κωστή Αχνιώτη

To Σεπτέμβριο του 2008 το ελληνοκυπριακό σχολείο έθεσε για πρώτη φορά ως κεντρικό (ή πρώτο) στόχο του σχολικού έτους την καλλιέργεια κουλτούρας ειρήνης και συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους. Όταν με ευχαρίστηση κοινοποιήσαμε το γεγονός σε συναδέλφους του εξωτερικού, με τους οποίους είχαμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε σε διάφορα συνέδρια, πήραμε, όπως άλλωστε αναμέναμε, θετικά σχόλια. Μερικές φορές όμως μαζί με τη θετική αντιμετώπιση είχαμε να αντιμετωπίσουμε κι ένα βλέμμα έκπληξης με μια παρατήρηση: “μα είχαμε την εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις σας ζητούν ειρηνική λύση του Κυπριακού και συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους από… πάντα. Στο σχολείο σας τι κάνατε όλα αυτά τα χρόνια;” Τι κάναμε στο σχολείο μας λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια; Ήμασταν αδιάφοροι στο ζήτημα της ειρήνης; Μας απασχολούσε λίγο ή πολύ; Μήπως βλέπαμε το θέμα της ειρήνης χωρίς να το συνδέουμε με τους Τουρκοκύπριους; Θέταμε σίγουρα το θέμα της απελευθέρωσης και της μνήμης κατεχομένων. Το θέταμε με τρόπο ο οποίος οδηγούσε (οδηγεί) στη συνύπαρξη ή το αντίθετο. Μήπως τελικά το ελληνοκυπριακό σχολείο καλλιεργούσε και καλλιεργεί την ειρήνη, ή το μίσος; Μήπως άραγε είναι πολύ λίγοι οι εκπαιδευτικοί και μαθητές που θεωρούν τους Έλληνες ανώτερη φυλή και τους Τούρκους βάρβαρους; Θα ήταν ανακρίβεια να μη δώσουμε τη σημασία που αναλογεί στην εργασία που άρχισε τα αμέσως προηγούμενα χρόνια αναφορικά με την προώθηση του πολυπολιτισμικού σχολείου. Παρόλο που δεν φαίνεται να απέδωσε αρκετά, έτσι ώστε να περιοριστούν τα κρούσματα ρατσιστικής βίας και τα φαινόμενα αποκλεισμού στα σχολεία, έθεσε το θέμα επίσημα και οι εκπαιδευτικοί που αντιλαμβάνονται τη σημασία του προσπάθησαν να το ενσωματώσουν στη δουλειά τους και να του δώσουν μεγαλύτερη σημασία από πριν. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν του πολυπολιτισμικού σχολείου και της ανοχής στη διαφορετικότητα, ένας αριθμός εκπαιδευτικών έθεσε και το θέμα της επαναπροσέγγισης και έγιναν μερικές πρώτες επαφές μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών από τις δύο κοινότητες. Αμέσως φάνηκαν οι πρώτες αντιστάσεις του εθνικιστικού κατεστημένου. Για παράδειγμα, σε λύκειο της Λευκωσίας ένας διευθυντής αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο σε ένα Τουρκοκύπριο συνάδελφο που είχε προσκληθεί από συναδέλφους. Η επίσκεψη έγινε δυνατή μετά από προσωπική παρέμβαση του τότε υπουργού της Παιδείας Πεύκιου Γεωργιάδη. Ο διευθυντής κλείστηκε στο γραφείο του κι αρνήθηκε να υποδεχθεί τον Τουρκοκύπριο. Παρ ’όλα αυτά, σε αριθμό σχολείων του δημοσίου έγιναν μερικές δικοινοτικές δράσεις που άνοιξαν το δρόμο και παραμένουν παραδειγματικές (δείτε περισσότερες λεπτομέρειες στα «Καλέμια» της χρονιάς, στην ιστοσελίδα www.plaformaenomenikipros.blogspot.com).

Η κουλτούρα της ειρήνης στο ελληνοκυπριακό σχολείο

Αναφορικά με τον προσεγγιστικό ή επαναπροσεγγιστικό στόχο της περασμένης σχολικής χρονιάς, το πρώτο θετικό σχόλιο αφορά πρώτα από όλα το γεγονός ότι απλά ο στόχος ετέθη και ετέθη καθαρά. Σημαίνει ότι η Παιδεία αυτής της κοινότητας πρέπει να ετοιμάζει τα παιδιά της για να ζήσουν ειρηνικά με τους Τουρκοκύπριους αυτής της χώρας ή αλλιώς, η όποια λύση του Κυπριακού θα περιλαμβάνει την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνοκυπρίων με τους Τουρκοκύπριους. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μέσης και δημοτικής και τα περισσότερα στελέχη του υπουργείου της Παιδείας στάθηκαν αποφασιστικά εναντίον του στόχου. Οι περισσότεροι συνάδελφοι στήριξαν ή αποδέχτηκαν σιωπηλά τη θέση των συντεχνιών. Πιθανά συμπεράσματα: οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ήταν ειλικρινείς στις πολιτικές επίλυσης που φαίνονταν να προωθούν και άλλα έκανε το υπουργείο των Εξωτερικών και άλλα της Παιδείας, ή (και) οι κυβερνήσεις αυτές ποτέ δεν κυβέρνησαν το υπουργείο της Παιδείας. Έτσι η μεγάλη αξία της υιοθέτησης και μόνο του στόχου είναι ότι έδειξε πόσο μακριά είναι όλα αυτά τα χρόνια το ελληνοκυπριακό σχολείο από την υπόθεση της ειρήνης και της επανένωσης της χώρας μας, αλλά και πόσο μακριά είναι από το ευρωπαϊκό πολυπολιτισμικό σχολείο. Ωστόσο, όση αντίδραση και να συνάντησε και θα συναντήσει ο στόχος, το ελληνοκυπριακό σχολείο δύσκολα πια μπορεί να γυρίσει πίσω. Με αφετηρία όσα αναφέραμε πιο πάνω, όση δουλειά και να έγινε στα σχολεία την περασμένη χρονιά είναι ήδη πολλή συγκριτικά με το παρελθόν και ανοίγει το δρόμο για το μέλλον. Όμως όση και να έγινε είναι λίγη για τις ανάγκες της επανένωσης της χώρας και του κόσμου της, είναι και λίγη για την αντιμετώπιση του ρατσισμού που φαίνεται να συνοδεύει την αύξηση της εθνικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας του μαθητικού πληθυσμού. Εμπειρικά, διότι δεν υπάρχει επίσημη αξιολόγηση, μπορούμε από την πληροφόρηση που διαθέτουμε να πούμε ότι τα σχολεία που κατάφεραν να προωθήσουν ικανοποιητικά το στόχο της πολυπολιτισμικότητας και της ανοχής τα προηγούμενα χρόνια, αντιμετώπισαν πιο αποτελεσματικά και το στόχο της επαναπροσέγγισης. Για παράδειγμα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλα, αναφέρουμε το Δημοτικό και Γυμνάσιο Αγίου Αντωνίου στη Λεμεσό, το Δημοτικό και Γυμνάσιο Φανερωμένης, το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου και την Τεχνική Σχολή Αυγόρου. Στα περισσότερα από αυτά τα σχολεία υπάρχουν ειδικοί λόγοι που κάνουν τους νέους στόχους πιο επείγοντες (στα δύο πρώτα είναι η σύσταση τους, δηλαδή η μεγάλη παρουσία μη Ελληνοκυπρίων μαθητών και μαθητριών). Ταυτόχρονα όμως παρατηρήθηκε ότι οι διευθύνσεις των σχολείων ανέλαβαν καθαρή ευθύνη και ο καθηγητικός σύλλογος ή σημαντικό μέρος του στήριξε την προσπάθεια έτσι ώστε οι στόχοι να είναι διάχυτοι στη ζωή του σχολείου και να τείνουν να προαγάγουν το νέο πνεύμα στο σχολείο. Λίγες δεκάδες άλλων σχολείων επέλεξαν να κάνουν μια δυο δραστηριότητες προς εξυπηρέτηση του στόχου, οι οποίες λειτούργησαν ως παράδειγμα για το μέλλον και περισσότερο για να «δηλώσουν» το στόχο παρά για να τον υλοποιήσουν. Συνήθως επρόκειτο για δραστηριότητα κάποιου ομίλου που αφορούσε συναντήσεις με Τουρκοκύπριους εκπαιδευτικούς ή μαθητές, λογοτέχνες, μουσικούς κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις οι μαθητές ζήτησαν πιο πολλή και πιο ειλικρινή δουλειά από τους καθηγητές τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους εργάστηκαν κάτω από το βάρος των περιστάσεων πολύ «προσεκτικά». Οι δραστηριότητες αυτές είδαν σε ορισμένες περιπτώσεις το φως της δημοσιότητας μέσω των εφημερίδων. Σε μερικές περιπτώσεις τα ετήσια περιοδικά των σχολείων κάλυψαν τις δραστηριότητες τους για τον πρώτο στόχο (για αρκετές από αυτές υπάρχουν αναφορές στα διάφορα τεύχη του «Καλεμιού»). Αν όλες αυτές οι σκόρπιες δραστηριότητες παρουσιάζονταν σ’ ένα παγκύπριο συνέδριο ή σε ένα έντυπο, το εύρος τους θα φαινόταν πιο καλά. Παρά το γεγονός ότι είναι πολύ λίγες για να καλύψουν το κενό που αφήνουν πίσω τους δεκαετίες, είναι μια πρώτη σοδειά.

Τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια στα σχολεία μας;

Είναι όμως αρκετό να μιλούμε για κενό δεκαετιών; Μήπως πρέπει να μιλούμε για ευθύνες και συμμετοχή στη δημιουργία του διχασμού των κοινοτήτων και στην καλλιέργεια διχοτομικής συνείδησης; Δηλαδή μήπως, όχι μόνο ξεχάσαμε να διδάσκουμε ορισμένα πράγματα, αλλά επιπλέον διδάσκουμε άλλα που δεν οδηγούν ούτε στη συνύπαρξη ούτε στον αλληλοσεβασμό; Η οδηγία της ηγεσίας της ΠΟΕΔ προς τα μέλη της να μη δέχονται Τουρκοκύπριους μαθητές ή εκπαιδευτικούς ως επισκέπτες, διότι εκτιμά ότι πιθανόν να υπάρξουν ψυχολογικές εντάσεις σε μαθητές και γονείς, είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του τρόπου σκέψης που επικρατεί μέσα στον εκπαιδευτικό κόσμο. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια ομολογία ολκής. Παραδέχονται οι ηγέτες των δασκάλων ότι δεν ετοιμάζουν τους μαθητές τους να δέχονται τη συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους και ομολογούν μάλιστα και αδυναμία ή έλλειψη βούλησης να το πράξουν. Ομολογούν επίσης (αφού στην ίδια οδηγία τονίζουν ότι η δουλειά για τη μνήμη κατεχομένων πρέπει να συνεχιστεί όπως και πριν) ότι βλέπουν τον ένα στόχο να είναι ασύμβατος τουλάχιστον σε ένα βαθμό με τον άλλο. Να λοιπόν ένα στοιχείο τουλάχιστον για το ερώτημα που θέσαμε πιο πάνω «τι κάναμε τόσα χρόνια στο σχολείο μας;». Αν μιλούσαμε για άλλη χώρα, θα μπορούσαμε να μιλούμε για συντηρητική ή ρατσιστική αντίληψη «μόνο». Στην περίπτωση της χώρας μας όμως θα πρέπει επιπλέον να μιλούμε τουλάχιστον για συντήρηση του διχοτομικού στάτους κβο. Χαρακτηρίσαμε πιο πάνω καθεστηκυία τάξη στην Παιδεία τις ηγεσίες των συντεχνιών των εκπαιδευτικών. Είναι ασφαλώς μια θέση για την οποία πρέπει να δώσουμε εξηγήσεις. Η θεωρητική θέση είναι ότι ο εργοδότης έχει την κακή θέση και οι συντεχνίες ανθίστανται στην κακή εργοδοσία ή και προσπαθούν να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας και το σχολείο. Ο κακός εργοδότης πρέπει να είναι το υπουργείο και η κυβέρνηση. Για να δούμε όμως τι συμβαίνει στο θέμα του εθνικισμού και σε αρκετές πτυχές του εκσυγχρονισμού της Παιδείας.

1)Ένα γενικό πρόβλημα που αφορά στη δυνατότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει την πολιτική της σχετίζεται με το γεγονός ότι στα υπουργεία δεν υπάρχουν αρκετοί πολιτικοί συνεργάτες των υπουργών οι οποίοι να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τη πολιτική προς τα κάτω. Επειδή μάλιστα για πολλές δεκαετίες δεν συνέβαιναν πολλές αλλαγές, ο κρατικός μηχανισμός διαδραμάτιζε και διαδραματίζει ένα ρόλο μόνιμης πολιτικής εξουσίας που φιλτράρει κατά το δοκούν την κυβερνητική πολιτική. Ιδιαίτερα υπάρχουν επιπλέον και φατρίες που σχηματίστηκαν την εποχή που τα όρια του παράνομου και του νόμιμου μέσα στον ίδιο τον κυβερνητικό μηχανισμό δεν ήταν σαφή («γιωρκατζικοί», διαπλεκόμενες ομάδες αστυνομικών και υποκόσμου).

2)Το συγκεκριμένο υπουργείο της Παιδείας ήταν ο βασικός μηχανισμός προώθησης της Μεγάλης Ιδέας. Επειδή αυτό το πράγμα δε θεωρήθηκε ποτέ λανθασμένη επιλογή, διατηρήθηκε κι ακόμα πολλές φορές το σχολείο, ιδίως στις γιορτές και το άτυπο αναλυτικό, αναλόγως και των διευθύνσεων και του προσωπικού, ουσιαστικά συντηρεί τις ενωτικές τάσεις μέσα στη νεολαία. Πάνω στην Ένωση και τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη φυσικά στήθηκε και ο μηχανισμός (ή τα καπετανάτα, όπως τα αποκάλεσαν κάποιοι αναλυτές) που περιγράψαμε πιο πάνω. Όλα τα άλλα προσετέθησαν σιγά σιγά: Ανεξαρτησία, ύστερα αντικατοχικός αγώνας, ύστερα ειρηνική λύση, ύστερα ομοσπονδία, ύστερα Ευρωπαϊκή Ένωση και κουλτούρα ενεργού πολίτη, ύστερα πολυπολιτισμός, ανοχή και κριτικό πνεύμα και τέλος, ειρηνική συνύπαρξη με τους Τουρκοκύπριους. Το ίδιο το σχολείο “ξηλώνει” τη μια μέρα ό,τι έκανε την άλλη. Κανένα σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά πάνω στη βάση μιας αλλοπρόσαλλης στοχοθεσίας. Διερωτόμαστε αν υπάρχει άλλη περίπτωση σχολείου στο πλανήτη που να μοιάζει με το ελληνοκυπριακό.

3)Φυσικά η ανικανότητα κριτικής απόρριψης και ο εκσυγχρονισμός των στόχων (σκοπών) είναι αδυναμία του πολιτικού συστήματος, το οποίο τελικά μπορεί μόνο να προσθέτει, όταν πλέον είναι επιβεβλημένο από διάφορους παράγοντες, εξωγενείς πολλές φορές, χωρίς να αλλάξει τους προηγούμενους (στόχους). Στην πράξη αυτό που συμβαίνει είναι ότι μερικές δεκάδες άτομα, που είναι ταυτόχρονα στελέχη των κομμάτων και της Παιδείας και του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού, παράγουν τις νέες νομοθεσίες αποφεύγοντας υποχρεωτικά να χρεώσουν λάθος πολιτικές στον εαυτό τους και πάντα συντηρώντας τα συμφέροντά τους.

4)Σημαντικό κομμάτι του παζλ είναι η εκκλησία. Για πρώτη φορά έχουμε ένα υπουργό της Παιδείας ο οποίος είναι εκεί χωρίς να ρωτηθεί η εκκλησία. Είναι ένα βήμα προόδου, όμως η εκκλησία είναι πανταχού παρούσα στο σχολείο και στο υπουργείο σε όλα τα επίπεδα, με πολλούς τρόπους και ασφαλώς και στα κόμματα. Εύκολα μπορεί κάποιος να φανταστεί κάτω από ποιες συνθήκες επιχειρείται η μεταρρύθμιση. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες μποϋκοτάρουν όσο μπορούν τη διαδικασία της μεταρρύθμισης σε αγαστή συνεργασία με τους μηχανισμούς ελέγχου και χειραγώγησης που περιγράψαμε πιο πάνω. Οι «λελογισμένες» αντιπαραθέσεις συντεχνιών και υπουργείου δεν αφορούν κατά κανόνα τον εκσυγχρονισμό. Αν κοιτάξει όμως κάποιος και τα καθαρά συντεχνιακά αιτήματα θα δει ότι και εκεί η μερίδα του λέοντος πάει στα ψηλά στελέχη.

Η σύνθεση των σημείων που αναφέραμε πιο πάνω, μέσα στην αντιφατικότητα της, παράγει ένα σύστημα δύσκαμπτο μέσα στο οποίο οι όποιες μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να αποκτήσουν βάθος και να ενσωματωθούν στη ζωή του σχολείου. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς όχι μόνο τα ζητήματα που τίθενται, αλλά και τα ζητήματα που δεν τίθενται από κανένα. Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώσει κανένας ότι ακόμα και τώρα το σχολείο ζητά να μάθει και καταγράφει τα θρησκευτικά πιστεύω των μαθητών του. Μέχρι πρόσφατα και των καθηγητών του. Σε πολλά σχολεία εξακολουθούν να το κάνουν. Ο όρκος στη σημαία είναι ένας φυλετικός όρκος, αλλά κανένας δεν ζητά την απόσυρσή του. Η εικόνα θρησκευτικού σχολείου αποτελεί σοκ για τον ευρωπαϊκό χώρο (με τα εικονίσματα, τις συλλογικές προσευχές, τα ονόματα των σχολείων). Στις Τεχνικές Σχολές ο πρόεδρος του μαθητικού συμβουλίου πρέπει να προέρχεται από το θεωρητικό τμήμα (με το πρόσχημα ότι οι του πρακτικού απουσιάζουν τις Παρασκευές στην πρακτική τους εξάσκηση). Σ' ένα σχολείο το οποίο θέλει δήθεν να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, ποτέ κανείς δεν έκανε μια κριτική σκέψη για την ΕΟΚΑ. Εκτός από τα παιδιά που επιλέγουν στο λύκειο βιολογία, οι μαθητές γνωρίζουν τίποτε για το Δαρβίνο; Πέρυσι για όλες τις χώρες, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης, είχαμε το έτος Δαρβίνου. Το σχολείο μας δεν το πήρε πρέφα. Και υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα σιωπής. Θεωρητικά οι καθηγητικοί σύλλογοι είναι το ανώτερο όργανο λήψης αποφάσεων μέσα φυσικά στα πλαίσια του νόμου. Έγιναν και γίνονται αμέτρητες συνεδριάσεις. Πότε μια οποιαδήποτε συνεδρία αμφισβήτησε μια φορά το παραδοσιακό σχολείο, το αυταρχικό σχολείο, το σχολείο της απόκρυψης της ιστορικής αλήθειας; Αν προκύψουν μερικές φορές αντιπαραθέσεις με το υπουργείο αφορούν συνήθως στον προβιβασμό ή όχι κάποιου μαθητή (με το σύλλογο στην αγωνιστική θέση του “όχι”), ή στο μέγεθος κάποιας τιμωρίας (με το σύλλογο στην αγωνιστική και πάλι θέση του “πιο πολλά”). Με βάση όσα ανέφερα πιο πάνω, έχω την εντύπωση ότι στην περίπτωση του ελληνοκυπριακού σχολείου δεν μπορούμε απλά να μιλούμε για ένα σύστημα στο οποίο απλώς κυριαρχεί ένα είδος συντηρητικού κατεστημένου. Πρόκειται για ένα σύστημα εξουσίας στο οποίο συμμετέχουν, άτυπα μεν αποφασιστικά δε, μηχανισμοί και έξω από τους θεσμούς της Παιδείας και εκτός κομμάτων, όπως η εκκλησία και ομάδες επιγόνων της ΕΟΚΑ που κατέχουν θέσεις κλειδιά ή επηρεάζουν. Έτσι, χωρίς καθόλου να υπονοώ ότι υπάρχει κάποιου είδους στρατιωτικό παρακράτος, νομίζω ότι θα πρέπει να μιλούμε για ένα είδος βαθιού κράτους στην ελληνοκυπριακή Παιδεία ή ένα κράτος μέσα στο κράτος, που λειτουργεί σχεδόν ανεξάρτητα με βάση τους δικούς του κανόνες και συμφέροντα. Αυτό το βαθύ κράτος έχει την καταγωγή του στις αρχές της δεκαετίας του '60 και στο πέρασμα από τα καπετανάτα της ΕΟΚΑ στην ελληνοκυπριακή συνιστώσα του επίσημου κράτους. Στήριξε την ανάπτυξη του ολόκληρη τη δεκαετία του '60 στη δυνατότητα του να επιλέγει με καθαρά ιδεολογικά κριτήρια τους λειτουργούς του, γεγονός που μέχρι και σήμερα, παρά τη σταδιακή αποδυνάμωσή του λόγω μιας πορείας σχετικού εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, του επιτρέπει ακόμα να έχει το επάνω χέρι. Κατάφερε να επιβάλει τον εθνικισμό και τη θρησκευτική Παιδεία ως δήθεν μη πολιτικές επιλογές, αναγκαίες για τη σωτηρία του έθνους και φυσικά του εαυτού του, αλλά το πιο σημαντικό κατάφερε να δημιουργήσει μια κουλτούρα σιωπής σε όσους σκέφτονται διαφορετικά.

Σεπτέμβριος 2009, Το Καλέμι, Έντυπο της Πλατφόρμας Ε/κ και Τ/κ Εκπαιδευτικών «Ενωμένη Κύπρος» [ε/κ τμήμα]

Establishing a federal Cyprus

Following up from our previous article three months ago, we attempt to offer some analytic explanations concerning the process of negotiating Cyprus and to take a political position in it.

It is safe to say that the Cyprus peace process, with the aim of establishing a type of federal state, is moving towards its conclusion in the next months. There cannot be business as usual after this: either there will be an agreement or a collapse of the negotiations, with a theoretical starting point some years later and under probably different political circumstances and with different stakes and aims.

Still, there remains political and diplomatic play to unfold, of which the importance is vividly illustrated in the absence of public predictions by the key players as to the eventual result of the ongoing process. It is unclear whether a high level convergence among major powers will materialize and shape the way for a referendum. Even then, it is also unclear whether the public is likely to accept - by a convenient majority - even the most mutually favourable plan.

On imperialism and ‘mother lands’ It has become obvious recently that the broader relations between Turkey and Greece - especially with respect to the demarcation of the Exclusive Economic Zones between the two states - is a key parameter of the peace process in Cyprus. The balance of power between Greece and Turkey in the eastern Mediterranean in general and in Cyprus in particular has been a key factor of the problem since the 1950s.

After the partition of Cyprus in 1974, a quasi equilibrium was reached with Turkey having the upper hand in the military field and Greece in the diplomatic field. As the Republic of Cyprus in Greek Cypriot hands was reinforced, it began resembling a de facto second Greek state. In a similar manner, the Turkish Cypriot Republic of Northern Cyprus (established in 1983), remains financially and logistically dependent on the Turkish state.

It is evident that in the run up to the Geneva talks a few weeks ago, Greek-Turkish relations have become more autonomous from broader bi-lateral relations, regional institutions and global alliances. The negotiations demonstrate so far pretty much an image of Greece vs Turkey, without a clear position from the main powers involved (excepting the UN) toward pushing one or the other towards a more compromising stance.

In the effort of both sides to maintain a tough line, they also make loud statements aimed primarily for domestic consumption, but at the same time impacting negatively on the peace process and the climate in which it occurs. The quintessence of a hostile climate concerns the issue of trust by the people who will be called upon to vote for the agreement; the perception of the ‘barbaric Turk’ by the Greek Cypriots and of the ‘arrogant and nationalist Greek’ by the Turkish Cypriots has become consolidated as embodying concrete threats that may come to haunt them in a re-unified island.

In any case, the rivalry between Greece and Turkey is much bigger than Cyprus, and it is in this frame that the opposing statements from leading officials from the two governments need to be interpreted.

As the negotiations evolve it also becomes increasingly clear that in the north, Turkey has an even bigger role to play than Greece in the south. In the Greek Cypriot community, the newly emerging tough stance of Greece, is more an extra boost to the local rejectionist forces and status quo interests, in that it can delay and even derail the prospect of an agreement.

The Greek stance at the same time is subject to Greek Cypriot pro-reunification pressures. And if an agreement is eventually reached, there are enough resources amongst the Greek Cypriot rejectionist forces to fight against reunification, even in defiance of a Greek government.

In the Turkish Cypriot community, the situation is different, and in some respects opposite. The fragmentation of pro peace political forces and the decreasing pro reunification mobilization potential, the enhanced and deeper cultural and economic penetration of Turkey into north Cyprus since 2004 and the (largely structural) weakness of the Turkish Cypriot leader to transcend the commands of the Turkish government render Erdogan as effectively the key agent that can prevent an agreement from happening now, but who can also push it through a referendum if an agreement is made.

The reshaping of the geopolitical order after the collapse of the Soviet Union did not alter the balance in Cyprus, despite the changes occurring as both the Republic of Cyprus and Turkey began their path towards the EU. The negotiations in the early 1990s failed and the strategy of tension that followed created political conditions that obstructed the negotiations from proceeding to the final stage until the early 2000s, at the conjuncture when the Republic of Cyprus was to enter the EU and Turkey to gain the status of an EU candidate country. The rejection of the Annan Plan by the Greek Cypriots and the entry of the Republic of Cyprus into the EU without its effective control of the northern part of the island has made the EU an important voice in the Cyprus problem as well.

This Greek Cypriot aim from the beginning becomes materialized only now, 13 years later in different circumstances and with EU and Turkey relations having taken a different form. The EU seeks to extend its control to north Cyprus through a solution of the Cyprus problem, ending not only an anomaly it has inherited, but also strengthening its geopolitical influence in the Eastern Mediterranean and its energy resources and routes.

Turkey seeks now to use Cyprus as a bargaining piece, not in order to pave its way into the EU as was the case 14 years ago, but in order to achieve recognition from the EU as a major power at its border with which the EU needs to have a special relationship. This new more direct EU-Turkey parameter in the Cyprus negotiation is not necessarily working in favor of reunification: it substantially enlarges the stakes and the issues under negotiation and may make an agreement more elusive at the present stage, and of a different sort in the medium term even by-passing the Greek Cypriot government of the Republic of Cyprus, if the current process collapses.

Although Turkey’s final cards have not been played on account of domestic instability and a foreign policy with many open fronts, its desire to exchange its withdrawal from Cyprus with an understanding with the EU and Greece is clearly visible, primarily but not exclusively through the attitude of the Turkish Cypriot leadership.

But that withdrawal cannot be immediate and cannot be total. This is not a stance that can be legitimated in Turkey’s political system; it is contrary to Erdogan’s profile as a leader and to Turkish Cypriot anxieties, desires and expectations. The treaty of guarantees will have to be revised, but it cannot just evaporate into thin air – nor can half a century of political and military presence in the island.

The Turkish position on Cyprus goes far beyond the intransigence of the Erdogan regime and into the diachronic security concerns among the Turkish Cypriots as well as Turkey’s geopolitical status in the Eastern Mediterranean. In this vein, a transitional period with a small and symbolic Turkish military presence and some role by Turkey in the security system currently being discussed is inevitable. Any absolute refusal as to this and more specifically the demands for an immediate and absolute withdrawal of Turkish troops, even before the enforcement of the agreement and the total exclusion of Turkey from the security system are simply out of touch with reality. And this without any serious prospects to maintain the current state of affairs in the political and economic fronts; that is, the continuing monopolization of the Republic in Greek Cypriot hands.

There are significant issues that have not yet been agreed but the balance is more or less known and this will not lead to any one of the two sides retreating fully. Both will have to retreat so that they find themselves somewhere in the middle – rotating presidency with cross voting, the town of Morphou under Greek Cypriot administration but with rights of remain to the current population, total withdrawal of the Turkish army but at a gradual pace, abolition of Turkey’s right to unilateral intervention but maintaining Turkey in Cyprus’ security system.

The UN refrains from pressurizing the two sides but it is clear that at some point it will have to call an end game in the current process. And in case of a collapse of the negotiations, it will most probably orient itself to an even more reduced role in the next period. The resumption of the talks at high level may have been postponed for April after the referendum in Turkey about the constitutional reform, but it is doubtful whether any substantial change will occur then.

One may dismiss the Greek and Turkish governments’ nationalistic cries, yet there are material issues and real state interests besides the public opinion in the two countries. Although a compromise agreement between Greece and Turkey on Cyprus is very possible, it may not happen as both states see Cyprus as one piece in their broader interests and relations. In order to agree they must also reach a sort of understanding concerning the framework through which they would continue to compete and resolve the rest of their matters and specifically the demarcation of their exclusive economic zones.

On the bigger plane, an agreement on the Cyprus problem can only be based on the acceptance by the US and the UK that Russia cannot be ignored in the Eastern Mediterranean. There are signs that this is feasible as Russia’s endurance in the global plane and more specifically in the Middle East, has made it clear that an agreement in Cyprus can only take place if Russia supports, or at least tolerates it. This would be reflected in the role of the Security Council, the transitional periods and the security system to be instituted.

Politics on the ground: the two intra-communal camps The main development in the last three months is the further strengthening of the two camps in favour and against the reunification process. In parallel, the cleavage separating them at both the social and political levels has been reinforced in discursive, organizational as well as political terms.

Fascist and other right wing street protests against the peace process and the prospect of a federal solution are becoming a standard. Protests come along with a series of other public events, such as panel discussions, petitions, open letters etc, by the “five centre parties”, ELAM and Church leaders as well as other nationalist and far-right wing groups, intellectuals and opinion leaders.

The clearest statements in favor of a solution and most willing to support the process from the trade unionists and from the peace activists, as does pro-solution mobilisation. Business representatives are more divided with statements both for and against. The fact that the two main parties AKEL and DISY, fully support Anastasiades’ negotiation effort at this conjuncture is highly significant. Since the mid-1980s when they united against then President’s Spyros Kyprianou’s intransigence in the negotiations, each of the two parties (and especially AKEL) has been very careful to draw clear boundaries from the other’s position on the Cyprus problem.

Yet, in line of successive developments, with Anastasiades building on and carrying forward joint decisions made by Christofias without changing much, the political gap between AKEL and DISY on this issue has shrunk. To be sure, both sides retreated on previous stances throughout time. DISY has backtracked on its position in favor of NATO’s involvement in the process and of a “loose” federation, while AKEL has retreated from an overt emphasis on procedural matters and has refused to succumb to rejectionist internal and external pressures.

Partly because this division between AKEL and DISY is not simply a political matter, the two parties’ ideological incompatibility is likely to play a role in determining internal opposition. Specifically AKEL and DISY dissenters are both openly and covertly intervening against the negotiations and against the prospect of an agreement in the current circumstances. These include both high profile personalities, who tend to be more careful, but also lower rank and local cadres.

Left-wing rejectionists evoke various things such as patriotism, internationalism, anti-imperialism, nationalism and even anti-capitalism. The argument of the most coherent rejectionist line inside AKEL itself more or less argues that too much is being conceded to foreign imperialism, of which Turkish expansionism is a manifestation. Inside DISY, opposition is essentially more traditionally nationalist, not in civic terms but on more ethnocentric lines.

In the Turkish Cypriot community there is both continuity and change with respect to the political system and the various pro and anti reunification forces. The traditional right currently governing remains staunchly oppositional and undermines Mustafa Akinci’s efforts while occasionally clashing frontally with him using nationalist arguments and rhetoric. Old and new fascist and far right groups have also made their customary appearance, threatening the “traitors” and including in them not only trade unionists and leftists but also Akinci himself.

The traditional left, although weaker and more fragmented today, firmly supports the reunification process, albeit without a mass movement shaping the political climate this time. The pro EU business groups and many civil society organizations and NGOs are also in favor of reunification and so is that segment of Turkish Cypriot society that feels alarmed with the developments in Turkey and the drift towards authoritarianism there.

However, what seems to be holding the balance is the new centre-right party led by Kudret Özersay, who maintains close links with Turkey and who is ambivalent with respect to the reunification process. Although Özersay as a technocrat had supported reunification, as a politician today with polls showing his People’s Party as the most popular one in the north, he seems more interested in establishing himself in a pivot position in the political system.

Unlike the left which sees the future of the Turkish Cypriot community as passing through a federal Cyprus and unlike the right which sees value in the status quo, Özersay attempts to express a third position that prioritizes modernizing reform and Turkish Cypriot autonomy and refusing, for the moment, the dilemma of partition or federation.

Projections towards a pending definitive conclusion The immediate purpose of agreements for ethno-nationalist conflict within countries is usually to freeze the military or paramilitary confrontations, and prevent violence from re-occurring. Both the Good Friday Agreement for Ireland and the Dayton Agreement for Bosnia-Herzegovina, for example, can be seen as ‘constructions of necessity’.

This is not the case in Cyprus where violence is not (and is not seen as potentially) an immediate concern, but rather a divisive mark from the past, which is becoming all the more distant in the minds of the local populations and is further diluted by the increasingly multi-cultural demographic composition of the island.

This very fact makes an eventual agreement very uncertain in form and nature. Both actually resolving the conflict and freezing it through de facto or formal partition are still possible options for all the players involved as the need for a solution may not be seen as urgent either in the domestic or international sphere. Yet, for progressive Cypriots, north and south, reunification is a matter of urgency as well as necessity, in terms of both substance and in terms of the potential to be unleashed in the process.

If there is an agreement, a very polarized political conflict will unfold both north and south. But more so in the south where the outcome will be more uncertain and probably close. In the north since the agreement, if there is one, will have to be inevitably endorsed by the Turkish government, the nationalist rejectionist forces will be in a disadvantageous position.

In the Greek Cypriot community, the Greek government does not have this sort of leverage and will not be able to control the rejectionist forces. If there is no agreement, we expect changes to take place in the short and medium term. A deadlock will most probably be announced, a more blunt report should be expected from the UN and any future discussions will only take place after the passage of a couple years.

By then, the agency of different players could shape developments in different ways, most probably towards more partitionist directions.

https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/gregoris-ioannou-giorgos-charalambous/establishing-federal-cyprus 6/2/16