Οι χασιμιοί του Βαρωσιού. Η μαζική απαγωγή και δολοφονία τ/κ τον Μάη του 1964.

...Στις 11 Μαίου 1964 ένα αυτοκίνητο με 3 Έλληνες στρατιωτικούς και ένα ε/κ αστυνομικό μπήκε στην εντός των τειχών πόλη της Αμμοχώστου. Τ/κ αστυνομικοί έκαναν σινιάλο στο αυτοκίνητο να σταματήσει καθώς πλησίαζε σε μια από τις εξόδους. Από το αυτοκίνητο ρίχτηκαν πυροβολισμοί οι οποίοι ανταποδόθηκαν. Οι δυο από τους Έλληνες στρατιωτικούς και ο ε/κ αστυνομικός σκοτώθηκαν. Ο τρίτος Έλληνας στρατιωτικός τραυματίστηκε. Ένας τ/κ περαστικός σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα. Δεν δόθηκε ποτέ καμιά ικανοποιητική εξήγηση γιατί αυτοί οι άντρες μπήκαν στον τ/κ τομέα. Το πιο πιθανόν ήταν μια ριψοκίνδυνη πράξη ανδρισμού μέσα από την οποία επιχειρούνταν κάποια κατασκόπευση των τ/κ αμυντικών γραμμών.

Τα νέα του συμβάντος αμέσως προκάλεσαν διακοινοτική έχθρα. Τα δελτία τύπου της Κυβέρνησης παρουσίασαν το γεγονός ως έγκλημα των τ/κ «τρομοκρατών» που επιτέθηκαν σε 4 μόνους Έλληνες που μπήκαν κατά λάθος στον τ/κ τομέα. Αυτή η εντελώς λανθασμένη εκδοχή του γεγονότων ενθάρρυνε ακραίες ε/κ ομάδες να προβούν σε πράξεις εκδίκησης. Μεταξύ 11 και 13 Μαϊου μεταξύ 32 και 35 τ/κ απήχθηκαν και εκτελέστηκαν ως αντίποινα για το θάνατο αυτών των 3 αντρών. Οι απαγωγές φαίνεται να διαπράχθηκαν από μια καλά οργανωμένη ε/κ συμμορία με βάση την επαρχία Αμμοχώστου και Λάρνακας, παρόλο που δεν είναι απίθανο μερικές από τις απαγωγές να έγιναν αυθόρμητα και ανοργάνωτα ως πράξεις εκδίκησης.

Οι έρευνες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ για αυτές τις μαζικές απαγωγές αναλήφθηκαν από ένα Βρετανό αξιωματικό, τον ταγματάρχη Μέηση που ήταν και ο αξιωματικός επικοινωνίας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ με την τ/κ ηγεσία. Στις 7 Ιουνίου, ο ταγματάρχης Μέηση και ο οδηγός του απήχθηκαν και οι ίδιοι στη περιοχή Αμμοχώστου και πιθανότατα δολοφονήθηκαν. Δεν είναι ξεκάθαρο αν το κίνητρο της δολοφονίας Μέηση ήταν να εμποδιστεί η διερεύνηση των απαγωγών της Αμμοχώστου, ή αν ήταν αποτέλεσμα της ε/κ έχθρας προς τους Βρετανούς στρατιώτες που ήταν έντονη εκείνη την περίοδο. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία για το ότι οι δολοφόνοι του Μέηση ήταν ε/κ παραστρατιωτικοί.

Μετάφραση από Richard Patrick, Political Geography and the Cyprus conflict 1963-1971, University of Waterloo, 1976, σ. 66-67.

Για τις επιθέσεις στην Τυλληρία

Στις 6 Αυγούστου η Εθνική Φρουρά και μονάδες του ελληνικού στρατού επιτέθηκαν σε τ/κ χωριά γύρω από τα Κόκκινα. Τουρκοκύπριοι άμαχοι και μαχητές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε ένα στενό κλοιό κοντά στην ακτή και δέχονταν ισχυρό κανονιοβολισμό πυροβολικού. Στις 7 Αυγούστου η Τουρκική αεροπορία έκανε πτήσεις πάνω από τη περιοχή των μαχών και έριξε πυροβολισμούς στη θάλασσα ως επίδειξη δύναμης για να ενισχύσει το τελεσίγραφο της για τερματισμό της επίθεσης. Στις 8 Αυγούστου, Τουρκικά αεροπλάνα επιτέθηκαν σε θέσεις της Εθνικής Φρουράς και ελληνικών δυνάμεων στη περιοχή Τυλληρίας. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ δεν κατάφερε να διαπραγματευτεί εκεχειρία. Ο πρόεδρος Μακάριος ανακοίνωσε ότι αν επαναλαμβάνονταν αεροπορικές επιθέσεις, θα διάτασσε επίθεση σε κάθε τ/κ χωριό και τομέα σε όλη τη Κύπρο. Παρά την απειλή, είναι πολύ πιθανόν ότι η Τουρκία θα συνέχιζε τις επιθέσεις αν η κυβέρνηση της Κύπρου δεν υπάκουε στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 9 Αυγούστου για εκεχειρία. Η εκεχειρία μπήκε σε εφαρμογή στις 10 Αυγούστου και η ΟΥΝΦΙΚΥΠ έστησε παρατηρητήρια σε σημεία γύρω από τα Κόκκινα και τον Λιμνίτη. Τα επίσημα στοιχεία της κυβέρνησης της Κύπρου αναφέρονται σε 55 ε/κ νεκρούς και 125 τραυματίες. Σχεδόν όλοι ήταν από τις αεροπορικές επιθέσεις. Από αυτές τις απώλειες αναφέρθηκε ότι 28 νεκροί και 56 τραυματίες ήταν πολίτες. Τυχόν απώλειες Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών δεν αποκαλύφθηκαν. Σκοτώθηκαν 10 τ/κ.

Η επίθεση στη Τυλληρία έδειξε ότι η Τουρκία ήταν αποφασισμένη για στρατιωτική επέμβαση στη Κύπρο αν η ε/κ κοινότητα συνέχιζε να προωθεί την ένωση με την βία των όπλων. Υπό το φως αυτής της αποκάλυψης ο Μακάριος αποφάσισε ότι ο αγώνας θα συνεχιζόταν με πολιτικά και οικονομικά μέσα. Ο στρατηγός Γρίβας από τη πλευρά του, αποφάσισε ότι το μάθημα της μάχης της Τυλληρίας δεν ήταν ότι η στρατιωτική λύση για την ένωση θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί αλλά ότι οι ελληνικές και ε/κ δυνάμεις θα έπρεπε να ήταν καλύτερα προετοιμασμένες για την αναπόφευκτη αντιπαράθεση με τους Τούρκους.

Μετάφραση από τη πρώτη και σημαντικότερη καταγραφή της διακοινοτικής σύγκρουσης μέσα από τη αξιόπιστη μελέτη του Richard Patrick, Political Geography and the Cyprus conflict 1963-1971, που εκδόθηκε από το University of Waterloo το 1976, σ. 72.

Οι αναφορές του μελετητή βασίζονται σε διάφορες πηγές κυρίως του ΟΗΕ.