Γιατί να υπάρχει πολιτική ισότητα των κοινοτήτων; Γιατί να εξισωθεί η πλειοψηφία με τη μειοψηφία;

Γιατί να υπάρχει πολιτική ισότητα των κοινοτήτων; Γιατί να εξισωθεί η πλειοψηφία με τη μειοψηφία;

Η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων είναι συνυφασμένη με τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Η επίσημη αποδοχή από την ε/κ κοινότητα της πολιτικής ισότητας χρονολογείται από το 1957-58, όταν άρχισε να συζητείται η κυπριακή ανεξαρτησία, ενώ από το 1959 υπάρχει στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας (Κ.Δ.), την οποία και πολιτικά και νομικά ίδρυσαν οι Ε/κ και οι Τ/κ ως δυο ισότιμες κοινότητες. Η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων εκφράζεται στο Σύνταγμα της Κ.Δ. με τις διπλές θέσεις σε όλα τα σημαντικά αξιώματα, περιλαμβανομένης της εκτελεστικής εξουσίας με το βέτο του Τ/κ αντιπροέδρου. Από το 1964, μετά την αποχώρηση/εκδίωξη της τ/κ κοινότητας από την Κ.Δ., η πολιτική ισότητα επαναβεβαιώνεται από τη διεθνή κοινότητα ως κεντρικό συστατικό της επιδιωκόμενης λύσης και υιοθετείται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Οι Τ/κ είναι, λοιπόν, μειοψηφία με πληθυσμιακούς/δημογραφικούς όρους αλλά όχι «μειονότητα», όρος που παραπέμπει αποκλειστικά σε ζητήματα πολιτιστικής αυτονομίας. Οι Τ/κ είναι κοινότητα, πολιτικά ισότιμη με την ε/κ, και αυτό εκφράζεται με τις διάφορες ποσοστώσεις για συμμετοχή τους σε θέσεις σε δημόσια σώματα και υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει και σήμερα ό,τι σήμαινε και το 1960: την αναγκαιότητα της συναίνεσης και συμμετοχής της τ/κ κοινότητας στη λήψη όλων των σημαντικών αποφάσεων. Ότι, δηλαδή, δεν μπορεί να αποφασίζει η ε/κ κοινότητα αγνοώντας την τ/κ και ότι χρειάζεται συμμετοχή από πολιτικές δυνάμεις και στις δυο κοινότητες για να παρθούν αποφάσεις. Άρα, θα χρειάζεται διακοινοτική συναίνεση στη βάση πολιτικών κριτηρίων. Αυτό είναι απαραίτητο και λόγω του μεγάλου μεγέθους της τ/κ μειοψηφίας και λόγω της ιστορίας της δια-κοινοτικής σύγκρουσης. Να μην μπορεί κάποια συγκυριακή ε/κ πλειοψηφία π.χ. να αποφασίζει ερήμην και σε βάρος της τ/κ κοινότητας.